Nερόμυλος
                                       



Αφήγηση Νικόλα

Η άποψη ενός αρχιτέκτονα
 

Γράψε τις εντυπώσεις σου στο βιβλίο επισκεπτών.

Η σελίδα μας στο www.youtube.com

Νέα και εκδηλώσεις στον Νερόμυλο του Νικόλα

Χρήσιμα τηλέφωνα στην περιοχή της Μεγαλόπολης Αρκαδίας

Άλλα αξιοθέατα στην περιοχή της Μεγαλόπολης Αρκαδίας

Ενδιαφέρουσες ιστοσελίδες

Saint Theodora

Πρόβλεψη του καιρού στην περιοχή της Αγίας Θεοδώρας

 
 

 

 online

 

visits

 

Μετρητής επισκεπτών

 

 

 

 

 
 

   Περιγραφή νερόμυλου

   

 

Γύρνα φτερωτή του μύλου...

Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη οι παραδοσιακοί νερόμυλοι. Έστω και λίγοι...
Ο νερόμυλος του
Νικόλα βρίσκεται στην Αγία Θεοδώρα κοντά στο χωριό Βάστα του Δήμου Μεγαλόπολης στην Αρκαδία. Σε ένα ειδυλλιακό τοπίο βρίσκεται ένα μοναδικό εκκλησάκι καθώς στη σκεπή του έχουν φυτρώσει 17 αιωνόβια δέντρα που οι ρίζες τους δεν φαίνονται.
Από τα θεμέλιά του αναβλύζουν τα άφθονα νερά του ποταμού Πάμισου. Τριακόσια μέτρα παρακάτω ο νερόμυλος του Νικόλα παίρνει δύναμη από το αγιασμένο αυτό νερό και αλέθει σιτηρά για να φτιαχτεί με αυτά το ψωμί το υπέρτατο αγαθό βρώσης.


 «Κάποτε το ψωμί των ανθρώπων πέρναγε μέσα από τον μύλο, με κίνηση που προερχόταν από τη δύναμη του ανέμου ή του τρεχούμενου νερού. Πόσοι έχουμε δει το εσωτερικό ενός νερόμυλου, άραγε; Όπου το νερό αφθονεί, προσφέρει, εκτός από την πλούσια βλάστηση, και κίνηση.
Από το νερό, παίρνει την ενέργεια που χρειάζεται ο μυλωνάς, για να κάνει το στάρι αλεύρι.


 
Ο γύρω χώρος διαμορφωμένος φιλόξενα ξεκουράζει τους επισκέπτες ενώ η παραδοσιακή ταβέρνα φροντίζει να ερεθίσει ευχάριστα τους ουρανίσκους μας υπό τον ήχο των τρεχούμενων νερών μέσα στο καταπράσινο περιβάλλον. 
Ο νερόμυλος του Νικόλα καθώς και το εκκλησάκι της Αγίας Θεοδώρας παραμένουν ανοιχτά καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου.
Επειδή ο μύλος δουλεύει με τον παραδοσιακό τρόπο, πολύ συχνά τον επισκέπτονται μαθητές από διάφορα δημοτικά σχολεία, για να δουν οι νέοι μας πως παρασκευάζεται το αλεύρι.
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2791081201
 

Έχει το νερό τη δύναμη να παράγει ενέργεια;
Θα έλεγε κάποιος με την πρώτη επαφή μαζί του. Αν το σκεφτείς καλύτερα όμως και
σε βάθος θα δεις ότι η δύναμη του νερού είναι τεράστια αφού είναι ο φόβος και ο τρόμος των υποβρυχίων και των ανθρώπων που ασχολούνται με το υγρό στοιχείο. Το νερό ως στάσιμο στοιχείο έχει δυναμική ενέργεια και ως κινητό μέσο κινητική.
Ο νερόμυλος είναι η πρώτη μηχανή παραγωγής έργου που κατασκεύασε ο άνθρωπος με τη χρήση φυσικής, ήπιας και ανανεώσιμης πηγής ενέργειας. Με τη δύναμη που δημιουργεί η πτώση του νερού από ψηλά ή η ροή του και με τη βοήθεια του τροχού, εφεύρεση που άλλαξε την ανθρώπινη ιστορία, κινήθηκαν απλές και στη συνέχεια πολύπλοκες μηχανές, που κάλυψαν τις περισσότερες ανάγκες των προβιομηχανικών κοινωνιών, αντικαθιστώντας στις πρώιμες μηχανές την ανθρώπινη ή ζωϊκή δύναμη (χειρόμυλοι και ζωόμυλοι), κινητήριες δυνάμεις πριν το νερό και τον αέρα.
 

Υδροκίνηση στην προβιομηχανική περίοδο
Η χρήση της ενέργειας που μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο το νερό (υδροενέργεια ή υδραυλική ενέργεια) θεωρήθηκε ως το πιο σημαντικό βήμα στην εξέλιξη των μέσων που χρησιμοποιούσε για παραγωγικούς σκοπούς (άλεσμα, άντληση, πριόνισμα κ.ά.). Ως την αρχή της χρήσης της ατμομηχανής, στα τέλη του 18ου αιώνα, η υδροενέργεια ήταν η μόνη φυσική πηγή εργαστηριακής παραγωγής μηχανικής ενέργειας, με εξαίρεση την αιολική.
Στον Ελληνικό χώρο λειτούργησαν δύο τύποι νερόμυλοι: ο «ρωμαϊκός» με την όρθια εξωτερική φτερωτή (όπου η ροή του νερού ήταν μεγάλη) και κυρίως ο «ανατολικός» ή «ελληνικός» με τη μικρότερη εσωτερική οριζόντια φτερωτή ( όπου η ποσότητα του νερού ήταν μικρή και γινόταν εκμετάλλευση πίεσης από εκτόξευση ή υδατόπτωση). Ο νερόμυλος με την οριζόντια φτερωτή φαίνεται ότι διαδόθηκε γρήγορα στο Βυζαντινό κράτος (γι’ αυτό και ονομάστηκε «ανατολικός») και ως το τέλος της λειτουργίας του δεν παρουσίασε σημαντική εξέλιξη. Στους οριζόντιους νερόμυλους που λειτουργούσαν με λίγο νερό, ήταν απαραίτητη η παράλληλη κατασκευή έργων υποδομής συγκέντρωσης, αποθήκευσης και διοχέτευσης του νερού (δηλαδή νεροκράτες, λίμνες, αγωγοί, αυλάκια, γέφυρες, δεξαμενές, βαγένια, κάναλοι), των οποίων η αξία ήταν πολλές φορές μεγαλύτερη από την αξία του ίδιου του μύλου.
Στην προβιομηχανική περίοδο το βασικότερο προϊόν για τη διαβίωση του ανθρώπου ήταν το σιτάρι το οποίο μεταποιούνταν σχεδόν αποκλειστικά σε ψωμί. Καθώς οι χειρόμυλοι δεν επαρκούσαν στο άλεσμα, η χρήση των νερόμυλων ήταν απολύτως απαραίτητη. Έτσι, μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, αναφέρονταν 6.000 νερόμυλοι σε όλη την επικράτεια. Τα κτίσματα των μύλων είναι λιθόκτιστα (συνήθως ένας ορθογώνιος χώρος με πατάρι καμιά φορά για τη διανυκτέρευση του μυλωνά). Η κατασκευή της στέγης είναι προσαρμοσμένη στην τοπική αρχιτεκτονική με ξύλινη σκεπή σκεπασμένη με κεραμίδια ή σχιστολιθικές πλάκες. Στη μια άκρη του κτίσματος υπήρχε συνήθως ο αλεστικός μηχανισμός, ενώ στην άλλη περίμεναν οι πελάτες, γίνονταν οι συναλλαγές και η αποθήκευση. Ο μηχανισμός του νερόμυλου αποτελείτο από δύο μέρη: το κινητικό, που το αποτελούσαν η φτερωτή και τα εξαρτήματά της, και το αλεστικό, που περιλάμβανε τις μυλόπετρες και τα εξαρτήματα λειτουργίας.

Η υδροκίνηση σήμερα
 Σήμερα η υδραυλική ενέργεια αξιοποιείται κυρίως στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος. Οι τουρμπίνες στα υδροηλεκτρικά εργοστάσια παίρνουν ενέργεια από το νερό με τον ίδιο σχεδόν τρόπο με τον οποίο ενεργοποιούνται οι νερόμυλοι. Σε μερικές περιπτώσεις το νερό πέφτει από μεγάλο ύψος και η ενέργειά του οφείλεται στη μεγάλη του ταχύτητα. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις δεν προέρχεται από μεγάλο ύψος, οπότε δεν πέφτει στην τουρμπίνα με μεγάλη ταχύτητα, αλλά η ποσότητά του είναι τέτοια, ώστε να μεταβιβάζει αρκετή ενέργεια. Δίπλα σε υδροηλεκτρικά εργοστάσια, στα οποία το νερό δεν προέρχεται από μεγάλο ύψος, συνήθως χτίζεται και ένα φράγμα κατά μήκος του ποταμού, έτσι ώστε πίσω από αυτό να δημιουργείται μια μεγάλη δεξαμενή νερού. Το νερό μετακινείται από εκεί στις τουρμπίνες. Μεταφέρεται έτσι σ’ αυτές ένα μέρος από την ενέργειά του, το οποίο, μέσω της περιστροφής, μεταβιβάζεται σε ηλεκτρικές γεννήτριες. Καθώς λειτουργούν οι γεννήτριες, η λόγω περιστροφής ενέργειά τους μετατρέπεται -πάντοτε εν μέρει- σε ηλεκτρική ενέργεια . Τα περισσότερα υδροηλεκτρικά εργοστάσια είναι τεράστιες εγκαταστάσεις που τροφοδοτούν με ενέργεια βιομηχανικά συγκροτήματα αλλά και ολόκληρες πόλεις. Σε περιοχές με «λίγα νερά» είναι δυνατόν να δημιουργηθούν μικρές υδροηλεκτρικές μονάδες. Αυτές θα μπορούσαν να τροφοδοτούν ενεργειακά νοικοκυριά που βρίσκονται μακριά από τον πολιτισμό.
 

Φυσική και τεχνολογία: Μετατροπή ενέργειας και περιστροφική κίνηση
 Η λειτουργία των υδροκίνητων μηχανισμών γινόταν μέσω μικρού ή
μεγάλου υδροτροχού (φτερωτής), όρθια ή οριζόντια τοποθετημένου, τον οποίο με διάφορους τρόπους περιέστρεφε η δύναμη του κινούμενου νερού. Οι όρθιοι υδροτροχοί καθιερώθηκαν ως «ρωμαϊκοί», διότι η εξάπλωσή τους έγινε στο ρωμαϊκό κράτος, ενώ οι μεταγενέστεροι οριζόντιοι ως «ελληνικοί» ή «ανατολικοί», διότι χρησιμοποιήθηκαν στη βυζαντινή επικράτεια. Και οι δύο αρχικά κινούσαν μόνο αλεστικούς νερόμυλους.
Από το νερό μπορούμε να εκμεταλλευτούμε ενέργεια δύο μορφών: την κινητική, αυτή που έχει το νερό όταν κινείται, και τη δυνατότητα, αυτή που δίνει όταν μειώνεται η διαφορά στάθμης της επιφάνειάς του. Και οι δύο αυτές μορφές χρησιμοποιούνται από την εποχή της προβιομηχανικής τεχνολογίας ως τις μέρες μας για κίνηση πολλών ειδών, μορφών, χρήσεων και παραγωγικής ικανότητας υδροκίνητων μηχανών. Πρώτα χρησιμοποιήθηκε η κινητική ενέργεια που παράγεται από τη φυσική και μόνο ροή των ποταμών με την τοποθέτηση όρθιων μικρών φτερωτών πάνω από το ρεύμα του νερού, το οποίο παρασύροντας προεξέχοντα και βυθισμένα πτερύγια, τις περιέστρεφε. Πολύ αργότερα χρησιμοποιήθηκε με τον ίδιο τρόπο η ροή της παλίρροιας (παλιρροιόμυλοι), όπως και η ροή μεγάλων πλωτών ποταμών σε μύλους προσαρμοσμένους σε δεμένα ποταμόπλοια.
neromylos
 Για να έχουν την επιθυμητή αλλά και σταθερή απόδοση οι όρθιοι υδροτροχοί που τοποθετούνταν πάνω από την επιφάνεια με το κάτω τμήμα τους βουτηγμένο στο νερό, έπρεπε η ποσότητά τους να είναι συνεχώς ικανοποιητική και αναγκαστικά οι τροχοί ακολουθούσαν την κοίτη. Το πρόβλημα έλλειψης μεγάλης ποσότητας νερού σε πολλά μέρη λύθηκε με την εφεύρεση της οριζόντιας τοποθετούμενης και με πολύ μικρότερη διάμετρο φτερωτής, η οποία είχε την ικανότητα να περιστρέφεται με πολύ λιγότερη ποσότητα. Με τους οριζόντιους υδροτροχούς άρχισε ουσιαστικά και η εκμετάλλευση της δυναμικής ενέργειας που παράγεται από τη υδροστατική πίεση, η οποία οφείλεται στη διαφορά στάθμης του νερού. Παράλληλα όμως χρησιμοποιείτο και η κινητική ενέργεια (η υδατόπτωση συνδυάζει και τις δύο). Οι υδροτροχοί ήταν πάντοτε τοποθετημένοι στο χαμηλότερο σημείο της διαδρομής του νερού, το οποίο εκτοξευόταν στα πτερύγιά τους σχεδόν οριζόντια. Όπου η ροή ήταν διακεκομμένη ή πολύ μικρή σε ορισμένες εποχές του χρόνου και δεν επαρκούσε, κάτω από στέρνα που μάζευε το νερό, κατασκευαζόταν χτιστός υδατόπυργος ανεστραμμένης κωνικής διατομής εσωτερικά, ο οποίος αφού γέμιζε, το νερό εκτοξευόταν από στόμιο, που βρισκόταν στο κάτω μέρος του, στη φτερωτή.
 Με την πάροδο του χρόνου γενικεύτηκε η χρήση της υδραυλικής ενέργειας με την εφεύρεση πολλών σύνθετων μηχανισμών κι έτσι ο ρόλος της εξελίχθηκε σε πρωταρχικό για την τεχνολογία και την οικονομία. Η μετάδοση της κίνησης από τη φτερωτή προς το μηχανισμό που κινούσε και ανάλογα με τον τρόπο λειτουργίας του γινόταν με συστήματα αξόνων και γραναζιών, αν έπρεπε να παραμείνει κυκλική (π.χ. μύλοι), ή με τη βοήθεια εκκεντροφόρου (π.χ. μαντάνια), ή στροφαλοφόρου (π.χ. νεροπρίονα) άξονα, αν μετατρεπόταν σε παλινδρομική. Στην Ελλάδα ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η υδραυλική ενέργεια κινούσε μηχανισμούς μύλων (αλευρόμυλοι, μπαρουτόμυλοι, ταμπακόμυλοι), νεροπρίονων, μαντανιών, λιοτριβιών κ.ά., για άλεσμα, πριόνισμα, κρούση, τριβή και σύνθλιψη, για παραγωγή των αντίστοιχων προϊόντων.
Από την αρχαιότητα, το ψωμί ήταν το σημαντικότερο, το κυρίαρχο και πρωταρχικό στοιχείο διατροφής και επιβίωσης των Ελλήνων μέχρι πρόσφατα. Έτσι οι μύλοι και προ παντός οι νερόμυλοι συνδέονται άμεσα και ευρύτατα με τη μεταποίηση των δημητριακών σε αλεύρι και είναι στενά συνυφασμένοι με τη ζωή του ελληνικού λαού.

Ιστορία του νερόμυλου
 Η ιστορία του νερόμυλου αρχίζει με την νερομηχανή, που αναφέρεται
χωρίς λεπτομέρειες σε επιγραφές των Σουμερίων. Πιστεύεται ότι στην Ουρ χρησιμοποιήθηκαν τροχοί με φτερά από κεραμικές πλάκες για υδροδότηση και πιθανόν για άλεση σιταριού. Ο παλιότερος γνωστός νερόμυλος αναφέρεται ως «υδραλέτης» από τον Στράβωνα. Βρισκόταν κατά την παράδοση στα Κάβειρα, στο παλάτι του Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Ευπάτορα, βασιλιά του Πόντου, όπου το 64 π.Χ. τον είδαν οι Ρωμαίοι κατακτητές. Ο Βιτρούβιος στο έργο του περί αρχιτεκτονικής τον περιγράφει, ενώ ο Πλίνιος τον αναφέρει ως νέα μηχανή.
Οι Ρωμαίοι έδειξαν μια αμφιλεγόμενη στάση προς τη μηχανική και ειδικότερα τις μηχανικές επιστήμες που δεν ήταν δεκτές σαν σοβαρά αντικείμενα απλά δεν είχαν απαιτήσεις να
χρησιμοποιήσουν επινοήσεις που περιορίζουν το μόχθο του ανθρώπου. Πράγματι ενθάρρυναν τη χρησιμοποίηση σκληρής και επίπονης δουλειάς για να κρατήσουν απασχολημένη τη μεγάλη τους «λίμνη των δούλων». Έτσι στην εποχή του Διοκλητιανού (284–303 μ.Χ.) το σιτάρι το αλέθουν με χειρόμυλους ή στην καλύτερη περίπτωση με μύλους που τους κινούσαν βόδια. Ο ανεμόμυλος ακόμη δεν είχε εφευρεθεί και οι νερόμυλοι θεωρούνταν επιστημονικό αξιοπερίεργο.
Αν και ο νερόμυλος αποτελεί αναντίρρητα εφεύρεση του αρχαίου κόσμου δεν είχε σημαντική χρήση στο μεσαίωνα. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο νερόμυλος δεν ήταν από την αρχή η τέλεια μηχανή δουλειάς, που θεωρούσαν δεδομένη. Η χρήση του παρεμποδίζονταν για μακρά περίοδο, όχι όμως από έλλειψη ενδιαφέροντος στη μηχανολογική και τεχνολογική πρόοδο, αλλά από σοβαρά μειονεκτήματα στην κατασκευή του.
Τον 6ο μ.Χ. αι. κατασκευάστηκαν από τον Βελισάριο μύλοι πάνω σε πλοία που δούλευαν με τη ροή του ποταμού Τίβερη κατά την πολιορκία της Ρώμης από τους Γότθους, ενώ αργότερα στη ΒΔ Ευρώπη, αλλά και το νησί του Μουράνο στη Βενετία χρησιμοποιήθηκε η κίνηση της παλίρροιας καθώς το νερό ανεβαίνει ή κατεβαίνει. Στη Χαλκίδα αναφέρεται επίσης από τους περιηγητές η λειτουργία νερόμυλων με την κίνηση της παλίρροιας. Οι αιώνες περνούν. Πολύ νερό κύλησε στα μυλαύλακα από τότε. Δεν υπάρχει χωριό στην Ευρώπη από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια που να μην έχει τον μυλωνά του και ένα τροχό που να κινείται με τη ροή του νερού.
Ο νερόμυλος αποτελεί σταθμό της Ιστορίας της Τεχνολογίας γιατί είναι η πρώτη μηχανή που κινήθηκε με τη βοήθεια φυσικής πηγής ενέργειας, το νερό, αντικαθιστώντας τον άνθρωπο ή τα ζώα που κινούσαν ως τότε τους μύλους.

Νερόμυλοι στον ελληνικό χώρο
 Οι νερόμυλοι λειτούργησαν από πολύ νωρίς στην Ελλάδα. Ένας από τους αρχαιότερους γνωστούς νερόμυλους της Ευρώπης είναι της αρχαίας Αγοράς στην Αθήνα, που δούλευε από το 450–580 μ.Χ.
Βυζαντινός θεωρείται και ο νερόμυλος της Βόλβης. Στην Κρήτη ήταν γνωστοί οι νερόμυλοι κατά τη β΄ Βυζαντινή περίοδο. Στο Αρμυρό Ηρακλείου αναφέρονται το 1415 πολλοί νερόμυλοι, που ανήκαν στο βενετικό δημόσιο.
 Οι νερόμυλοι αναφέρονται σε πολλά χρυσόβουλα και αυτοκρατορικές γραφές. Αναφέρονται ακόμη και τα μυλαύλακα (αγωγοί, δρόμοι ύδατος), οι πωλήσεις μύλων και οι συχνές προστριβές με τους παρακείμενους ιδιοκτήτες κατά την παροχέτευση από «τον δρόμον του ύδατος» του νερού προς το μύλο. Η χρησιμοποίηση του νερόμυλου οδήγησε στο διαχωρισμό του επαγγέλματος του μυλωνά από το επάγγελμα του φούρναρη, γιατί ήταν ανάγκη ο μύλος να χτιστεί σε κάποια απόσταση από την πόλη και το φούρνο του για να έχει κινητήρια δύναμη, δηλαδή κοντά σε κάποιο ρέμα ή ποτάμια με πλούσια νερά.
 Οι κάτοικοι του βυζαντινού χωριού εκτός από τα ζώα και τα γεωργικά τους εργαλεία είχαν νερόμυλους και μύλους, στους οποίους χρησιμοποιούσαν ζώα για κινητήρια δύναμη.
 Κατά την τουρκοκρατία υπήρχε και ειδικός φόρος για τους νερόμυλους, που καταβάλλονταν σε είδος και σε χρήμα. Οι ελληνικοί νερόμυλοι συνήθως λειτουργούσαν με ένα ζευγάρι μυλόπετρες (με ένα μάτι, μονόφθαλμοι), ενώ σπανιότερα, όπου υπήρχε νερό με μεγάλη δύναμη, με δυο (με δυο μάτια, διόφθαλμοι) ή και με περισσότερα ζευγάρια μυλόπετρες. Για το λόγο αυτό αιώνιοι αντίζηλοι των αγροτών για το νερό ήταν οι μυλωνάδες. Στον ανταγωνισμό τους οι αγρότες ήταν εκείνοι που τις περισσότερες φορές αναγκάζονταν να υποχωρήσουν και να χρησιμοποιήσουν τα νερά ελάχιστες μέρες της εβδομάδας και συχνά το βράδυ, ώστε να μην εμποδίζεται η σωστή λειτουργία των μύλων. Όπου υπήρχαν εξίσου οι προϋποθέσεις να λειτουργήσει νερόμυλος και ανεμόμυλος προτιμούσαν πάντοτε τον πρώτο γιατί, εκτός των άλλων, υπήρχε η πεποίθηση ότι ο νερόμυλος κάνει καλύτερο αλεύρι.
 Οι μυλόπετρες, που ήταν το κύριο εξάρτημα κάθε μύλου, προέρχονταν κατά κανόνα από το νησιωτικό τρίγωνο Μήλου – Κιμώλου – Πολυαίγου, που τα εδάφη τους είναι ηφαιστειογενή. Αυτές ήταν οι καλύτερες, αλλά οι ακριβότερες. Κατασκευάζονταν βέβαια και από διάφορα τοπικά πετρώματα, όπως από στουρναρόπετρα της Ηπείρου ή από μυλόπετρα της Φώκαιας της Μικράς Ασίας, αλλά ήταν κατώτερης ποιότητας.
  Οι μικρές οριζόντιες φτερωτές αρχικά ήταν κατασκευασμένες ξύλινες, που αποτελούνταν από ένα σκελετό σταυροειδή και την περιφερειακή ρόδα, όπου ήταν στερεωμένα τα φτερά (κουταλάκια) ,στα οποία κτυπούσε το νερό. Οι μορφές τόσο του σκελετού όσο και των κουταλιών διέφεραν από τόπο σε τόπο και κατασκευάζονταν επί τόπου με τα άλλα ξύλινα εξαρτήματα. Αργότερα, προστέθηκαν στις φτερωτές μεταλλικά στοιχεία (τσέρκια κ.ά.), ώστε να γίνουν πιο γερές, για να καταλήξουν τελικά σε πολλών μορφών μεγέθη σιδερένιες, που κατασκευάζονταν σε μηχανουργεία και έρχονταν έτοιμες στο μύλο. Την ίδια περίπου πορεία ακολουθούσαν και οι όρθιες.
 Σημαντική εξέλιξη υπήρχε και στα βαγένια: αρχικά ήταν κι αυτά ξύλινα και κατασκευάζονταν επί τόπου, όπως ακριβώς και τα βαρέλια (βαγένι = βαρέλι). Οι διαστάσεις και η μορφή τους ποίκιλλαν: από λεπτά μακρόστενα ως κοντά και χοντρά, ανάλογα με το ύψος που έφτανε το νερό και την ποσότητα που είχε. Πάντοτε στο πάνω μέρος τους είχαν πιο μεγάλη διάμετρο. Με το πέρασμα του χρόνου, κυρίως όμως επειδή τα ξύλινα χρειάζονταν συνεχή συντήρηση και επισκευές, μετατράπηκαν και αυτά σε μεταλλικά από λαμαρίνα ή από έτοιμες σωλήνες. Και τα ξύλινα και τα μεταλλικά βαγένια ήταν στερεωμένα σε χτιστή πέτρινη κρέμαση, στην οποία κατέληγε το νεραύλακο, ή στην κεκλιμένη απόληξη υδραγωγείου.
 Ο αριθμός των νερόμυλων από τους οποίους σώζονται ίχνη ξεπερνά τις 20.000 στην Ελλάδα. Μετά την επανάσταση του 1821 στα όρια του τότε ελληνικού κράτους βρέθηκαν 6.000 νερόμυλοι, από τους οποίους 5.500 περιήλθαν στο δημόσιο, κατά τα ¾ καταστραμμένοι. «Που ‘ναι τόσα μιλιούνια δάνεια, που είναι οι πρόσοδοι, που ‘ναι οι καλύτερες γαίες, που ‘ναι οι μύλοι, που ‘ναι τ’ αργαστήρια των Τούρκων και σπίτια, που’ ναι τα περιβόλια και οι σταφιδότοποι; Ποιος τα ‘χει παρμένα;», αναρωτιέται ο Μακρυγιάννης το 1840. Ο Π. Μωραϊτίνης ανεβάζει τους μύλους το 1869 σε 3.000. Καταγραφή των νερόμυλων στην Ήπειρο και τη Μακεδονία που ανήκαν τότε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, έκανε ο ταγματάρχης του μηχανικού Νικόλαος Σχινάς στο έργο «Οδοιπορικαί σημειώσεις» το 1886 – 1887. Νερόμυλους στην τελευταία δεκαετία του προηγούμενου αιώνα αναφέρει ο Χ. Μακρίδης στον «Οδηγό της Ελλάδος». Από το 1905 –1930 τους νερόμυλους του ελληνικού χώρου κατέγραψε ο Νικόλαος Ιγγλέσης.
 Γενικά παρατηρούμε ότι υπήρχε προτίμηση προς το νερόμυλο ακόμα και σε μέρη, όπου οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για την ανάπτυξη του ανεμόμυλου, επειδή η δαπάνη, οι δυσκολίες και ο χρόνος της κατασκευής του ήταν πολύ μικρότερες, η λειτουργία του δεν ήταν εξαρτημένη από τις καιρικές συνθήκες ώστε να επηρεάζεται η ποιότητα και η ποσότητα του παραγόμενου αλέσματος, οι κίνδυνοι ήταν λιγότεροι, ενώ οι και οι φθορές του μύλου ελάχιστες και ο κόσμος του μυλωνά μικρότερος. Ακόμη δεν υπήρχαν περιορισμοί ανέγερσης άλλων κτισμάτων κοντά και μπορούσε να συνδυαστεί με την κατοικία της οικογένειας του μυλωνά. Τέλος, υπήρχε σε πολλά μέρη διαδεδομένη η πεποίθηση ότι ο νερόμυλος κάνει το καλύτερο αλεύρι.
Μέχρι το πρώτο μισό του 20ου αι. οι ανάγκες του αγροτικού κυρίως πληθυσμού στο βασικότερο είδος της διατροφής, το αλεύρι, καλυπτόταν από το παραδοσιακό δίκτυο ανεμόμυλων και νερόμυλων. Οι πρώτοι ατμόμυλοι που λειτούργησαν κατά τη δεκαετία του 1860 στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της εποχής, ελάχιστοι σε αριθμό, τριπλασιάστηκαν σχεδόν στη επόμενη δεκαετία και εξαπλώθηκαν σε περισσότερες πόλεις. Αυτό έγινε, επειδή σε ορισμένα κέντρα ο αστικός πληθυσμός ξεπέρασε το όριο, το οποίο μπορούσε να καλυφθεί από τα παραδοσιακά μέσα επεξεργασίας των δημητριακών. Από εδώ και πέρα η παρακμή των νερόμυλων, όσοι τουλάχιστον βρίσκονταν κοντά σε αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα, ήταν αναπόφευκτη.  
 Περιπτώσεις κατά τις οποίες νερόμυλοι εξελίσσονται σε εργοστάσια είναι ελάχιστες.      Ο νερόμυλος μπαίνει οριστικά στο περιθώριο μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, όταν η επέκταση του οδικού δικτύου έφερε πιο κοντά τα αστικά κέντρα, όπου εγκαταστάθηκαν αλευρόμυλοι, στα απομακρυσμένα χωριά των ορεινών περιοχών.
Οι νερόμυλοι ήταν ιδιόκτητοι ή μοναστηριακοί, που νοικιάζονταν σε επαγγελματίες μυλωνάδες. Το μίσθωμα πληρωνόταν με ποσοστό επί των εισπράξεων ή σε είδος (αλεύρι ή δημητριακά). Όταν όμως ο μύλος ήταν ιδιοκτησία μοναστηριού, το άλεσμα του σταριού της μονής γινόταν χωρίς να κρατά ο μυλωνάς την αμοιβή του.
 Στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά, όπου υπήρχε νερό, κτίστηκαν χιλιάδες. Χρησιμοποιήθηκαν κατά κύριο λόγο για το άλεσμα των δημητριακών και λιγότερο ως ταμπακόμυλοι (βυρσοδεψεία), ως μπαρουτόμυλοι ή για το άλεσμα οικοδομικών υλικών.
Συχνά το κτίσιμο ενός νερόμυλου συνοδευόταν και από το κτίσιμο της κατοικίας του μυλωνά, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν, σε αρκετές περιοχές, μυλοχώρια, όπου το κάθε σπίτι είχε και το νερόμυλό του.
 Περίπου 400 νερόμυλοι υπήρχαν στην Αρκαδία. Ακόμα υπήρχαν πάνω από 100 νερόμυλοι, μπαρουτόμυλοι και νεροτριβές κατά μήκος του Λούσιου.
 Στην περιοχή της Δημητσάνας οι πρώτοι νερόμυλοι άρχισαν να εμφανίζονται το 16ο αιώνα. Οι μυλόπετρες που χρησιμοποιούνταν προέρχονταν από τη Μήλο. Τις έφερναν σε κομμάτια και τις συναρμολογούσαν επί τόπου δένοντάς τες με τσέρκια (μεταλλικά στεφάνια). Η φτερωτή ήταν οριζόντια και εσωτερική.Οι νερόμυλοι ήταν ιδιόκτητοι ή μοναστηριακοί, που νοικιάζονταν σε επαγελματίες μυλωνάδες. Το μίσθωμα πληρωνόταν με ποσοστό επί των εισπράξεων ή σε είδος (αλεύρι ή δημητριακά). Η αμοιβή των μυλωνάδων (αλεστικό ή αξάι) ήταν επίσης σε είδος και μόνο τα τελευταία χρόνια της λειτουργίας τους ήταν σε χρήματα. Όταν όμως ο μύλος ήταν ιδιοκτησία μοναστηριού, το άλεσμα του σταριού της μονής γινόταν χωρίς να κρατά ο μυλωνάς την αμοιβή του. Η αλεστική ικανότητα ενός μύλου έφτανε περίπου τις 100 οκάδες/ώρα και, με το 12ωρο που δούλευαν, η ημερήσια παραγωγή έφτανε τις 1.200 οκάδες. Οι μύλοι συνήθως εξυπηρετούσαν τις τοπικές ανάγκες και άλεθαν κυρίως κριθάρι και σμιγάδι (μείγμα από σιτάρι-κριθάρι) και σπανιότερα καλαμπόκι, σιτάρι και ζωοτροφές. 
 Στην επαρχία της Μεγαλόπολης λειτούργησαν μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια 65 υδροκίνητες μονάδες. Οι περισσότεροι νερόμυλοι εγκαταλείφθηκαν απ’ τη δεκαετία του 1950. Το υδάτινο περιβάλλον και η ανθρώπινη επέμβαση ή αδιαφορία γρήγορα τους εξαφανίζουν. Επειδή, όμως, ο ρόλος τους πριν τη χρήση του ατμού και του πετρελαίου στις προβιομηχανικές κοινωνίες, καθώς και οι τεχνολογικές λεπτομέρειες είναι σημαντικά στοιχεία για την ιστορία και τις ποικίλες πολιτιστικές εκφράσεις των τοπικών κοινωνιών, οφείλουν η πολιτεία και οι πολίτες να τους διασώσουν.
μικρογραφία νερόμυλου
 Ο Ν. 3028/2002 του ΥΠ.ΠΟ. «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2β την έννοια των μνημείων ως «πολιτιστικά αγαθά που αποτελούν υλικές μαρτυρίες που ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας και των οποίων επιβάλλεται η ειδικότερη προστασία» βάσει των διακρίσεων σε αρχαία, βυζαντινά και μεταβυζαντινά έως το 1830, καθώς και νεώτερα μετά το 1830 ακίνητα και κινητά. Αναλυτικότερα, στο άρθρο 6 παρ. 1 ορίζονται ως ακίνητα μνημεία: α) τα αρχαία που χρονολογούνται έως και το 1830, β) τα νεότερα προγενέστερα των 100 ετών, γ) τα νεότερα που ανάγονται στην περίοδο των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής,
πολεοδομικής, κοινωνικής εθνολογικής, λαογραφικής τεχνικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας. Όμως, ενώ στα αρχαία δεν απαιτείται έκδοση διοικητικής πράξης (6,4) για τα ακίνητα των 6β και 6γ του άρθρου 6 παρ. 1, η Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ) εκδίδεται με εισήγηση της Υπηρεσίας και γνώμη του σχετικού Συμβουλίου. Επειδή στον ελλαδικό χώρο υπολογίζονται περισσότερα των 40.000 υδροκίνητα εργαστήρια, απλοί νερόμυλοι, ή σύνθετα υδροκίνητα συγκροτήματα, απαιτείται ο επιτόπιος εντοπισμός και η καταγραφή τους ανά Δήμο ή Νομαρχία, η αξιολόγηση και η ανάλογη μουσειακή ή άλλη χρήση στις σχετικές προτάσεις διάσωσής τους. 

Περιγραφή του νερόμυλου
 
Ο μηχανισμός του νερόμυλου αποτελείτο από δύο μέρη: το κινητικό, που το αποτελούσαν η φτερωτή και τα εξαρτήματά της, και το αλεστικό, που περιλάμβανε τις μυλόπετρες με τα εξαρτήματα λειτουργίας. Υπήρχαν και βοηθητικά συστήματα, π.χ. ρύθμισης των μυλόπετρων, μεταφοράς και μετατροπής της κίνησης, σταματήματος κ.ά., τα οποία παρουσίαζαν διαφορές από περιοχή σε περιοχή.
Οι μυλόπετρες προέρχονταν συνήθως από τη Μήλο και την Κίμωλο, των οποίων τα εδάφη είναι ηφαιστειογενή. Η ποιότητά τους ήταν άριστη, γεγονός που τις καθιστούσε ακριβότερες. Αναφορά στην εξαιρετική τους ποιότητα βρίσκουμε σε έγγραφο του 1321 του Ενετού χαρτογράφου Μαρίνου Σανούδου του Πρεσβυτέρου.

Μέρη νερόμυλου:
Η δέση ,  το μυλαύλακο (φυσικό και τεχνητό), η κόφτρα, η παλουκαριά, το μυλοβάγενο, ο κορμός, τα πετσώματα, το σιφούνι (σιφώνι), η χούρχουρη (χούνη), η καντάνη (κολόκα), η μπάλα (μπίλια), ο άξονας, το αβρόχι, η φτερωτή, οι μυλόπετρες ή μυλόλιθοι, η γούλη, η χελιδόνα, το επανωμύλι, η σκαφίδα, το καρπολόι, το βαρδάρι, η αλευροθήκη, ο γύρος, ο σταματήρας, ο σταυρός και το κτίριο.
 

 Τι συναντούμε στο πέρασμά του νερού από το μέρος όπου έρχεται και μέχρι να φτάσει στα καρούτια και από εκεί στη φτερωτή.
 Μακριά από το νερόμυλο (500-1500μ περίπου) και σε κατάλληλη τοποθεσία, ο μυλωνάς φτιάχνει ένα φράγμα μέσα στο ποτάμι. Κόβει δηλαδή ένα μέρος του ποταμίσιου νερού και το κατευθύνει σε άλλη κοίτη. Το φράγμα αυτό οι μυλωνάδες το λένε «δέση». Από εδώ λοιπόν που αρχίζει και παίρνει την κινητήρια δύναμη το νερό, αρχίζουν και τα σύνορα, η περιοχή ας πούμε του νερόμυλου. Όλο το βάρος της εργασίας του ο μυλωνάς το ρίχνει στη δημιουργία μιας καλής δέσης. Η κατασκευή της προϋποθέτει ορισμένες γνώσεις καθώς και τα απαραίτητα εργαλεία και υλικά, που μόνο οι μυλωνάδες τα γνωρίζουν. Μέσα στο ποτάμι και σε άνοιγμα τόσο, όσο νερό χρειάζεται να παίρνει ο μύλος, τοποθετούν χοντρούς πασσάλους από πεύκα ή πλατάνια ή από άλλα σκληρά δένδρα μήκους 2-3 μ. και σε απόσταση 1-2μ. το ένα από το άλλο. Αυτά τα στερεώνουν καλά μέσα στο χώμα, γιατί αποτελούν το πιο σπουδαίο μέρος της δέσης. Η δέση γίνεται πάντοτε το καλοκαίρι, όταν το ποτάμι δεν έχει πολύ νερό. Οι χοντροί αυτοί κορμοί λέγονται και «μάννες». Από τη δέση το νερό εισέρχεται στην κοίτη του μυλαύλακου.
  Το μυλαύλακο είναι ένα αυλάκι, που αρχίζει από την δέση και τελειώνει στην καρούτα (κάδη, βαρέλια του νερόμυλου).Το πλάτος του δεν είναι σταθερό, αλλά εξαρτάται από τη μικρή ή μεγάλη «κρέμαση» ή «κάναλη». Συνήθως τα μυλαύλακα κυμαίνονται μεταξύ του ενός έως 1,50μ. περίπου στο πλάτος και ενός έως τριών μ. στο βάθος. Στην αρχή του αυλακιού, φτιάχνουν μια «αμπουριά», ένα φράχτη κάπως στερεό και σταθερό από διάφορα ξύλα βαλμένα σταυρωτά. Η αμπουριά αυτή είναι χρήσιμη γιατί εμποδίζει το πέρασμα στα χοντρά ξύλα ή άλλα αντικείμενα που φέρνει το νερό και όταν μπουν στο αυλάκι εμποδίζουν την κανονική ροή του, αλλά βοηθά επίσης στο να φτάνει το νερό στα καρούτια (βαρέλια) καθαρό.
 Ένα δεύτερο πράγμα απαραίτητο στο μυλαύλακο είναι η κόφτρα, που βρίσκεται πιο μακριά απ’ το νερόμυλο. Επειδή το χειμώνα υπάρχει πολύ νερό και είναι δυνατόν να προξενήσει ζημιές στο μύλο, κοντά στην αμπουριά κόβουν το αυλάκι και ανοίγουν ένα στόμιο, από το οποίο περνά το παραπανίσιο νερό και οδηγείται πάλι στο ποτάμι. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη κόφτρα που είναι πολύ κοντά στον μύλο, την οποία χρησιμοποιεί ο μυλωνάς για να διοχετεύει όλο το νερό του αυλακιού προς το ποτάμι, να εργάζεται ανενόχλητα και να μην βρέχεται απ’ το νερό, όταν θέλει να επισκευάσει διάφορα εξαρτήματα του μύλου.
Όταν το νερό πλησιάζει στο μύλο, πρέπει οπωσδήποτε να περάσει από τα «καρούτια» (κάδες ή βαρέλια). Παλιότερα γίνονταν από ξύλο και αργότερα από τσίγκο ή τσιμέντο. Τα καρούτια στον κάθε νερόμυλο, μπορεί να είναι ένα ή δύο, ανάλογα με το μέγεθος και τον αριθμό των μυλόπετρων. Παίρνουν την κατάλληλη λοξή θέση ακουμπώντας το επάνω μέρος σε τσιμεντένια πλάκα και το κάτω σε μια πέτρα ή ξύλο που λέγεται κολοβούτς. Στο κάτω μέρος του κολοβούτς μπαίνει ένα πρόσθετο και ειδικά φτιαγμένο ξύλινο και κυκλικό εξάρτημα,, το οποίο λέγεται σφουναριά, στο κέντρο της οποίας υπάρχει ένα σιφούνι ( σφουν). Με το σιφούνι που είναι ένα πολύ σπουδαίο εξάρτημα της βαρέλας ο μυλωνάς κανονίζει την ποσότητα του νερού που θα βγαίνει απ’ το βαρέλι καθώς και την κατεύθυνσή του, που οι μυλωνάδες την λένε λαμπάδα. Η λαμπάδα ρυθμίζεται κατά τέτοιο τρόπο που να χτυπά στο κατάλληλο σημείο της φτερωτής για να δίνει την κίνηση. Από το μέγεθος της διαμέτρου που έχει το σιφούνι, εξαρτάται και η απόδοση σε αλεύρι του μύλου. Σ’ αυτό συντείνουν επίσης η μεγάλη κρέμαση-κάναλη (ύψος υδατόπτωσης) και οι μεγάλες μυλόπετρες.
Σε βάθος ενός περίπου μέτρου, υπάρχει ένας μικρός θολωτός θάλαμος το «ζουριό», που κοντά του είναι η φτερωτή. Στο κάτω μέρος αυτού του θαλάμου, παράλληλα και κατά μήκος των τοιχωμάτων, τοποθετούνται δυο χοντροί κορμοί δένδρων, μήκους 80εκ. περίπου. Στη μέση αυτών των παράλληλων κορμών χαράζουν μια υποδοχή, μέσα στην οποία τοποθετείται εφαρμοστά ένας άλλος πελεκημένος και τετραγωνισμένος κορμός που λέγεται «ταμπάνι», ενώ οι δυο παράλληλοι κορμοί λέγονται «προσκέφαλα». Πάνω λοιπόν στα προσκέφαλα στηρίζεται το ταμπάνι. Τα προσκέφαλα και το ταμπάνι αποτελούν τη βάση του μύλου. Ακριβώς πάνω από τη βάση και σε ύψος 1,50μ. περίπου γίνεται η στρώση, στο σημείο που πέφτει το νερό και χτυπά τη φτερωτή. Το νερό όμως δεν περνά πάνω από το πάτωμα, γιατί αυτό γίνεται με κορμούς δένδρων και σανίδια. Έτσι το μέρος σκεπάζεται καλά και δεν περνά ούτε μια σταγόνα. Αυτή είναι η στρώση. Στο κέντρο της φτερωτής ανοίγουν μια στρογγυλή οπή, από την οποία περνά το αδράχτι, ο κεντρικός δηλαδή άξονας της κίνησης. Το αδράχτι παλαιότερα γινόταν με ξύλο, σήμερα όμως αντικαταστάθηκε με μέταλλα που δεν υφίστανται φθορά. Επάνω τώρα στη στρώση κι ακριβώς στο κέντρο του ταμπανιού, τοποθετείται η κάτω μυλόπετρα, στερεώνεται καλά και προπαντός αλφαδιάζεται για να μη γέρνει. Στο κέντρο της μυλόπετρας, που μένει ακίνητη, κάνουν μια οπή τετράγωνη. Εδώ προσέχουν ώστε η τετράγωνη αυτή οπή να είναι ακριβώς στην ίδια κατακόρυφο με την τετράγωνη υποδοχή του ταμπανιού της βάσης. Στην υποδοχή του ταμπανιού στερεώνεται ένα σίδερο σχήματος ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου. Το σίδερο αυτό λέγεται κάβουρας και είναι από ατσάλι για να αντέχει στην τριβή και να μη φθείρεται. Στο κέντρο αυτού του σίδερου υπάρχει μια μικρή οπή, στην οποία στηρίζεται ο κεντρικός άξονας κίνησης, το αδράχτι. Είναι ένα πολύ σπουδαίο εξάρτημα του μύλου, γιατί χωρίς αυτό καμία κίνηση δεν γίνεται στο μύλο. Στο κάτω μέρος στερεώνουν ένα κομμάτι σίδερο ατσάλινο και μυτερό που λέγεται κεντρί και μπαίνει μέσα στην υποδοχή του κάβουρα και εκεί στηριζόμενο περιστρέφεται. Στο πάνω μέρος έχει μια άλλη υποδοχή για ένα ατσάλινο στρόγγυλο σίδερο, που μπαίνει καρφωτό και εξέχει από την κάτω πέτρα 10-15 πόντους. Στο κέντρο της μυλόπετρας, όπου είπαμε υπάρχει η τετράγωνη οπή, μπαίνει πολύ εφαρμοστά ένα ξύλο, του οποίου η οπή έχει τόσο μέγεθος, όσο και το πάχος που έχει το σίδερο του αδραχτιού. Αυτό το ξύλο λέγεται καρδιά. Εκεί οδηγούνται οι καρποί με ένα χωνοειδές ξύλινο κοφίνι που είναι προσαρμοσμένο σε οριζόντιο ξύλο αρκετά πιο πάνω από τις μυλόπετρες και καταλήγει στο καρύκι. Η ποσότητα του καρπού που πέφτει από το καρύκι στην καρδιά της μυλόπετρας, ρυθμίζεται από το βαρδάρι και τη βαρδαλίστρα, ξύλινα εξαρτήματα που ακουμπούν στην πάνω μυλόπετρα.
 Η Κόφτρα
: κοντά στο στόμιο του μυλοβάγενου, πάνω στο μυλαύλακο, προς την πλευρά της φυσικής κοίτης του νερού, υπάρχει ένα άνοιγμα περίπου 0.50 εκατοστά του μέτρου το οποίο κλείνεται με ένα ξύλινο πλαίσιο, την «κόφτρα». Όταν πρέπει για κάποιο λόγο να διακοπεί η λειτουργία του μύλου, η κόφτρα αφαιρείται από το πλάι που βρίσκεται και τοποθετείται κάθετα στην κοίτη του μυλαύλακου. Τότε το νερό εκτρέπεται προς τη φυσική του κοίτη, το μυλοβάγενο παύει να τροφοδοτείται με νερό, οπότε σταματάει η λειτουργία του νερόμυλου.
 Η Παλουκαριά (Σκάρα)
: σε απόσταση μισού μέτρου από το στόμιο του μυλοβάγενου, κάθετα στην κοίτη του μυλαύλακου, τοποθετείται ξύλινη σκάρα «Παλουκαριά». Η σκάρα αυτή συγκρατεί τα αντικείμενα που παρασύρει (ξύλα, χόρτα, φύλλα, κ.λ.π.), να μην πέσουν στο μυλοβάγενο και βουλώσουν το Σιφούνι.
 Το μυλοβάγενο
: αποτελείται από μία μεγάλη κάδη με ξύλινες δούγες, ύψους πάνω από 3.5 μέτρα. Έχει σχήμα κώνου, στενή στο κάτω μέρος, διαμέτρου 30 – 40 εκατοστά και 1.20 εκατοστά του μέτρου στο επάνω μέρος. Τις δούγες του μυλοβάγενου συγκρατούν ισχυρά μεταλλικά στεφάνια. Το επάνω μέρος του μυλοβάγενου, το οποίο στήνεται όρθιο σε ελαφρώς λοξή θέση, ακουμπάει σε ξύλινη κοίτη (κορίτα) μήκους περίπου 50 – 70 εκατοστών του μέτρου που είναι τοποθετημένη στην κατάληξη του μυλαύλακου, το δε κάτω μέρος του καταλήγει στον κορμό ή κόρμο.
 Ο Κορμός (κόρμος)
: προέρχεται από κορμό δένδρου κυρίως καστανιάς, ύψους 1 – 1.5 μέτρα, ο οποίος σκαλίζεται εσωτερικά, όπως το τουμπέκι του καφέ, ώστε να πάρει τη μορφή κάδου. Τα τοιχώματά του έχουν αρκετό πάχος για να αντέχουν στις πιέσεις του νερού. Στο κάτω μέρος, λίγο λοξά ανοίγεται οπή (τρύπα) 10 – 15 εκατοστών του μέτρου (το σιφώνι ή σιφούνι). Στο επάνω μέρος του στομίου του κορμού δημιουργείται εσωτερική περιφερειακή υποδοχή, στην οποία εισέρχεται το κάτω μέρος του μυλοβάγενου. Η κατασκευή του κορμού είναι, όπως θα λέγαμε σήμερα «μασίφ», δηλαδή από συμπαγές ξύλο.
 Τα Πετσώματα
: χρησιμοποιούνται για να στηρίζουν το μυλοβάγενο και τον κορμό. Στο πίσω μέρος του μυλοβάγενου, προς την κατάληξη του μυλαύλακου στερεώνονται στο έδαφος λοξά δεξιά και αριστερά, χοντρά ξύλινα δοκάρια που φτάνουν μέχρι το ύψος του μυλοβάγενου, ώστε να δημιουργείται ένα ικρίωμα, το οποίο στηρίζει το μυλοβάγενο στη λοξή θέση που τοποθετείται.
 Το Σιφούνι (Σιφώνι)
: στο κάτω μέρος του κορμού, λοξά, ανοίγεται στενή τρύπα (οπή) 10 – 15 εκατοστών του μέτρου, το σιφούνι (σιφώνι), από το οποίο εξέρχεται το νερό με μεγάλη πίεση, λόγω της υψομετρικής διαφοράς που υπάρχει μεταξύ του επάνω μέρους του μυλοβάγενου και του κάτω.
 Η Χουρχούρη (Χούνη)
: το κάτω μέρος του μυλοβάγενου – κορμού καταλήγει σε σκεπασμένο ρύθρο, βάθους και πλάτους 1.5 μέτρου περίπου. Το ρύθρο αυτό βρίσκεται μέσα στο χώρο του κτίσματος του νερόμυλου και ονομάζεται χούρχουρη (χούνη). Μέσω αυτής το νερό μετά την έξοδό του από το σιφούνι φεύγει για τη φυσική του κοίτη.
 Η Κατάντη (Κολόκα)
: στο μέσο της χουρχούρης, κάτω στο έδαφος στερεώνεται κορμός δένδρου, ίσος με το πλάτος της (συνήθως καστανιάς διότι είναι ανθεκτική στην επίδραση του νερού). Στο μέσο του κορμού δημιουργείται υποδοχή στην οποία τοποθετείται η μπάλια ή μπίλια.
 Η Μπάλα (Μπίλια)
: είναι μεταλλική σφαίρα μεγέθους όσο ένα μεγάλο τόπι. Η μπάλα τοποθετείται στην υποδοχή της κατάντης (κολόκας) και επάνω της πατάει η κάτω άκρη του άξονα, η οποία καταλήγει σε αιχμή. Όταν η μπάλα φθαρεί από την τριβή της αιχμής του άξονα, την στρέφουν ελαφρά ώστε να αλλάξει το σημείο στήριξής του.
 Ο Άξονας
: στο κέντρο της κατάντης τοποθετείται κάθετα μεταλλικός άξονας, του οποίου το κάτω μέρος είναι αιχμηρό και στηρίζεται στη μεταλλική μπάλα. Ο άξονας ύψους 1 μέτρου περίπου, διέρχεται το κέντρο της κάτω μυλόπετρας όπου εφαρμόζει πλήρως με ξύλινο δακτύλιο, το «αβρόχι» και φτάνει στην άνω επιφάνειά της. Στο επάνω μέρος του άξονα στερεώνεται ισχυρό μεταλλικό έλασμα ύψους 2 – 3 εκατοστών.
 Το Αβρόχι
: πρόκειται για ξύλινο δακτύλιο, ο οποίος εφαρμόζει στο χώρο μεταξύ του κενού της οπής του κέντρου της κάτω μυλόπετρας και του άξονα. Ο ρόλος του είναι τριπλός:
- Ενεργεί ως τριβέας (ρουλεμάν)
- Εμποδίζει τα σταγονίδια του νερού που εκσφενδονίζονται από τη φτερωτή να εισέρχονται στην επιφάνεια της κάτω μυλόπετρας
- Εμποδίζει τον καρπό και το αλεύρι να διαφεύγουν προς τη χούρχουρη μέσω του διαστήματος οπής κάτω μυλόπετρας και άξονα.
Η «καρδιά» γίνεται κατά προτίμηση από ξύλο συκιάς, γιατί η συκιά έχει την ιδιότητα να μη φθείρεται και να μην καίγεται από την τριβή. Κι έτσι ο άξονας του αδραχτιού τοποθετείται οριζόντια σε υποδοχή, ένα άλλο πλατύ σίδερο, που έχει δεξιά και αριστερά από ένα πτερύγιο. Το σίδερο αυτό λέγεται χελιδόνα. Στα πτερύγια αυτής της χελιδόνας, στηρίζεται η επάνω μυλόπετρα και από αυτά κρατιέται. Η μυλόπετρα αυτή κινείται, αφού περιστρέφεται γύρω από το αδράχτι, ενώ η κάτω όπως είπαμε μένει ακίνητη. Όλη την κίνηση την δίνει η φτερωτή, πάνω στην οποία χτυπά με ορμή το νερό, που φεύγει από το σιφούνι.
 
Η φτερωτή αποτελείται από δυο ξύλινους ή σιδερένιους κύκλους που στηρίζονται με ένα σταυρό, στο κέντρο του οποίου υπάρχει κυκλική οπή με διάμετρο ίση προς τη διάμετρο του αδραχτιού, στο οποίο στερεώνεται. Μεταξύ των δυο αυτών κύκλων είναι εφαρμοσμένα τα χλιάργια ή κουτάλια (πτερύγια), επάνω στα οποία χτυπά το νερό και αναγκάζει τη φτερωτή με την πίεση του νερού να περιστρέφεται μαζί με το αδράχτι. Περιστρεφόμενη τώρα η φτερωτή, γυρίζει αναγκαστικά και το αδράχτι και μαζί με το αδράχτι γυρίζει και η επάνω μυλόπετρα, που όπως είπαμε είναι στηριγμένη σ’ αυτό.
 Λίγα λόγια για τις
μυλόπετρες

 Αυτές είναι μεγάλες πέτρες κει αποτελούνται από μικρότερες πέτρες, πελεκημένες και ζωσμένες γερά με σιδηροστέφανα. Κατασκευάζονται από σκληρούς λίθους όπως χαλαζία, γρανίτη, ψαμμόλιθο, βασάλτη, πορφυρίτη και τραχείτη. Οι επιφάνειες τους είναι μέσα αυλακωμένες, λίγο βαθύτερα προς το κέντρο και ελάχιστα προς την περιφέρεια. Όταν οι μυλόπετρες δεν κόβουν, δηλαδή δεν βγάζουν καλό αλεύρι διότι φθείρονται από την πολύ τριβή, χαράζονται με τα σφυριά στο σημείο που έχουν τριφτεί κι έτσι γίνονται λίγο αδρές για να κόβουν καλά τον καρπό.
 Η γούλη
: η επάνω μυλόπετρα στο κέντρο της έχει οπή διαμέτρου 25 εκατοστών, η οποία ονομάζεται «γούλη».
 Η χελιδόνα
: πρόκειται για μεταλλικό έλασμα κυρτό προς τα επάνω, μεγαλύτερο της διαμέτρου της γούλης. Το έλασμα αυτό στο μέσο του φέρει εγκοπή τετράγωνη και στερεώνεται σαν είδος διαμέτρου στο κέντρο της γούλης. Στην εγκοπή της χελιδόνας εισέρχεται το έλασμα, που είναι στερεωμένο στο επάνω μέρος του άξονα.
 Το επανωμύλι
: στην επάνω επιφάνεια της άνω μυλόπετρας και γύρω από τη γούλη, προσαρμόζεται ξύλινος τροχός με κενό στο μέσο του όσο και της γούλης. Το πλάτος του τροχού αυτού είναι περίπου 10 εκατοστά και το ύψος του 3 – 4 εκατοστά του μέτρου. Η άνω επιφάνεια του τροχού αυτού φέρει κάθετα προς την περιφέρειά της οδοντωτές χαραγές.
 Η σκαφίδα
: πάνω και προς το πίσω μέρος της μυλόπετρας τοποθετείται σταθερά ξύλινο κατασκεύασμα, ανεστραμμένου κώνου, όπου η βάση του είναι προς το έδαφος, ένα είδος μικρογραφίας Σιλό. Στην κατάληξη του κώνου υπάρχει οπή. Στη σκαφίδα ρίχνεται ο καρπός που προορίζεται για το άλεσμα.
 Το καρπολόι
: η οπή, η οποία υπάρχει στο κάτω μέρος της σκαφίδας ανοίγει και κλείνει κατά βούληση με ένα μικρό συρόμενο, μέσω εγκοπών, μεταλλικό ή ξύλινο πλαίσιο το καρπολόι. Στο κάτω μέρος της οπής της σκαφίδας, σε κάθετη θέση, στερεώνεται ξύλινος ή μεταλλικός παροχετευτήρας (κοριτάκι), του οποίου το άκρο φτάνει ακριβώς 4 – 5 εκατοστά του μέτρου πάνω από το κέντρο της γούλης.
 Το βαρδάρι: στην σκαφίδα στερεώνεται ξύλινη βέργα, της οποίας το ένα άκρο με λοξή κατεύθυνση καταλήγει στις οδοντωτές χαραγές του επανώμυλου. Ο θόρυβος του βαρδαρίου είναι τόσο δυνατός, ώστε καλύπτει όλους τους άλλους θορύβους που δημιουργούνται από την κίνηση της φτερωτής και την τριβή των μυλόλιθων. Ο θόρυβος που δημιουργείται μέσα στο νερόμυλο είναι τόσο εκκωφαντικός που δεν αντέχεται. Ο μυλωνάς κάθεται πολλές ώρες μέσα στο νερόμυλο και εξοικειώνεται με το θόρυβο ώστε να λέγεται «όταν σταματάει ο μύλος ξυπνάει ο μυλωνάς» δηλαδή ενοχλείται από την έλλειψη θορύβου.
 Ο γύρος
: γύρω από την άνω μυλόπετρα σε μικρή απόσταση από την περιφέρειά της, τοποθετείται ξύλινο στεφάνι του ίδιου ύψους με αυτήν. Το στεφάνι αυτό στο μπροστινό μέρος πάνω από την αλευροθήκη φέρει άνοιγμα καμπυλωτό που αρχίζει από την επιφάνεια της κάτω μυλόπετρας. Σκοπός του γύρου είναι να εμποδίζει το αλεύρι κατά την άλεση να εκτινάσσεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Λόγω του γύρου το αλεύρι εκτινάσσεται μέσω του μπροστινού ανοίγματος μόνο προς την αλευροθήκη.
 Η αλευροθήκη: μπροστά στις μυλόπετρες τοποθετείται ξύλινο κιβώτιο, του οποίου το άνω μέρος είναι ανοιχτό και έχει ύψος από την επιφάνεια του δαπέδου μέχρι την επιφάνεια της μυλόπετρας.
  Ο σταματήρας: μερικές φορές δημιουργείται η ανάγκη διακοπής της λειτουργίας του μύλου για μικρό χρονικό διάστημα. Για την περίπτωση αυτή χρησιμοποιείται ο «σταματήρας» Ο σταματήρας είναι ένας μοχλός που έχει στερεωθεί στην πίσω αριστερή γωνία του τραπεζίου, στο οποίο είναι τοποθετημένες οι μυλόπετρες. Στο επάνω μέρος του στύλου τοποθετείται η χειρολαβή, ενώ στο κάτω μέρος του που καταλήγει στη χουρχούρη πάνω από τα πτερύγια της φτερωτής, στερεώνεται κάθετα πλατύ σανιδένιο πλαίσιο.
 Με το σηκωτήρα ο μυλωνάς έχει τη δυνατότητα να υψώσει λίγο το πανωλίθι ή να το φέρει πιο κοντά στο κατωλίθι, για να ρυθμίσει την ποιότητα του σταρένιου αλευριού ( χοντρό – λεπτό), του καλαμποκίσιου, αλλά και άλλων σιτηρών ή των ζωοτροφών (γιαρεμάδων) που απαιτούν πιο χοντρό άλεσμα.
 Ο σταυρός: είναι ένα εξάρτημα του μύλου, με το οποίο γίνεται το σήκωμα ή το κατέβασμα της άνω μυλόπετρας, ώστε το άλεσμα να βγαίνει χοντρό ή ψιλό ανάλογα με τη χρήση που προορίζεται. Ο σταυρός αποτελείται από ένα τετράγωνο χοντρό δοκάρι, του οποίου το ένα άκρο είναι συνδεδεμένο με μεταλλικά ελάσματα με τη δεξιά άκρη της κατάντης. Το επάνω μέρος του καταλήγει στο δεξιό μέρος του τραπεζίου, που είναι τοποθετημένες οι μυλόπετρες και έχει υποδοχές να μπαίνει το άκρο του κουταλιού.

 Η λειτουργία του βασίζεται στην περιστροφή της απαναριάς, μυλόπετρας, στην ακίνητη καταριά, μυλόπετρα, χάρις στην περιστροφή της όρθιας (κατακόρυφης) ή οριζόντιας φτερωτής που είναι τοποθετημένη κάτω απ’ το μύλο (χούρχουρη) και γυρίζει με τη δύναμη του νερού που πέφτει από ψηλά μέσα σε κτιστούς υδατόπυργους ή ξύλινους σωλήνες (τα βαγένια).
 Συχνά το νερό οδηγείται απ’ την πηγή μέσα σε λιθόκτιστο μυλαύλακα (νεραύλακα), μερικές δε φορές και με τη βοήθεια εντυπωσιακών υδραγωγείων που καταλήγουν στον υδατόπυργο. Το πολύτιμο νερό κινούσε ένα νερόμυλο, όμως συνηθέστερα είναι τα συγκροτήματα αλεστικών μύλων, συχνά σε συνδυασμό με εγκαταστάσεις περισσοτέρων μορφών υδροκίνητων εργαστηρίων (αλευρόμυλους, λιοτρίβια, νεροπρίονα, μαντάνια και εκκοκκιστήρια, μονάδες παραγωγής ρεύματος κ.ά.) για την εξοικονόμηση του νερού.
 Ο μύλος είναι ένα μηχάνημα για το άλεσμα και τον τεμαχισμό διαφόρων στερεών. Οι μύλοι χωρίζονται σε νερόμυλους και ανεμόμυλους. Ενώ πριν από περίπου 60 χρόνια υπήρχαν πάρα πολλοί μύλοι σε ολόκληρη την Ελλάδα, σήμερα σχεδόν όλοι είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Ένας νερόμυλος υπάρχει ακόμα και σήμερα όμως στην Αγία Θεοδώρα ο οποίος βρίσκεται σε καλή κατάσταση.
 Οι δύο βασικοί τύποι του νερόμυλου, με όρθιο, έξω απ’ το μύλο τροχό (Ρωμαϊκός νερόμυλος) και με οριζόντιο κάτω από το μύλο τροχό (Ανατολικός, Ελληνικός ή και Σκανδιναβικός νερόμυλος) πήραν την ονομασία τους απ’ τις περιοχές διάδοσης τους.
 Με τον όρο νερόμυλος εννοείται  κάθε υδροκίνητη μηχανή καθώς και τα απαραίτητα υδραυλικά έργα στον περιβάλλοντα χώρο της.

Κατατάσσονται:
Ως προς το προϊόν που παράγουν (αλερόμυλοι, ρυζόμυλοι, ζαχαρόμυλοι, ταμπακόμυλοι, άλεσης των υλικών της βυρσοδεψίας, σιδηρόμυλοι, χαρτόμυλοι, νεροπρίονα κοπής ξύλων, μαντάνια και νεροτριβές καθαρισμού και επεξεργασίας των μάλλινων υφασμάτων κ.ο.κ)
Ως προς τον μηχανισμό τους (σύνθλιψης, άλεσης, αποφλοίωσης, κοπής, κρούσης κ.ο.κ.)
 Ο αλεστικός νερόμυλος (αλευρόμυλοι) είναι η πιο διαδεδομένη μορφή νερόμυλου. Οι μυλόπετρες (αλεστικός μηχανισμός του μύλου) κονιορτοποιούσαν τους καρπούς των σιτηρών σε αλεύρι με την περιστροφή της κινητικής πανώπετρας σε μικρή απόσταση απ’ την ακίνητη κατώπετρα. Με το αλέυρι γίνεται το ψωμί η βάση της διατροφής του ανθρώπου.
 Τα υδραυλικά έργα (νεραύλακα, κανάλια, υδατογέφυρες και υδραγωγεία που φέρνουν το νερό στο μύλο, φράγματα, δεξαμενές και στέρνες που το συγκεντρώνουν, υδατόπυργοι) όπως και το Δίκαιο του νερού, η νομοθεσία που καθόρισε τη χρήση του, ήταν απαραίτητα για την απρόσκοπτη λειτουργία του νερόμυλου.
 
Η αρχιτεκτονική των νερόμυλων ακολουθούσε κατασκευαστικά και μορφολογικά την τοπική παράδοση.
 
Ο αλεστικός νερόμυλος είναι πιθανότατα εξέλιξη των όρθιων αντλητικών τροχών υδροδότησης των πρώτων οργανωμένων οικιστικών συνόλων και των καλλιεργειών τους στις εύφορες κοιλάδες των ποταμών της Μεσοποταμίας. Διαδόθηκε απ’ τους Ρωμαίους τον 1ο μ.Χ. αιώνα σε Ανατολή και Δύση, επιβιώνοντας ως τα μέσα του 20ού αιώνα.
 Στις πολυποίκιλες εφαρμογές του, όπως είναι ο ζαχαρόμυλος, ο χαρτόμυλος, ο ρυζόμυλος, ο μπαρουτόμυλος τα νεροπρίονα, τα υδροκίνητα ακονιστήρια κι ο σιδερόμυλος, το λιοτρίβι κ.ά., ο αλεστικός νερόμυλος αναμφίβολα κατέχει την πρώτη θέση με τη συμβολή του στην άλεση των καρπών της γης σε αλεύρι, την πρώτη ύλη για τον «άρτον τον επιούσιον», το βασικό είδος διατροφής του ανθρώπου.
 Τα κτίσματα των υδροκίνητων εργαστηρίων είναι απλά, με στοιχεία στη δόμηση και στέγαση ανάλογα με την τοπική αρχιτεκτονική. Ο σταυρός, τα αρχικά του ονόματος ιδιοκτήτη και η χρονολογία κατασκευής του μύλου χαράσσονται συνήθως σε πλάκα πάνω απ’ την είσοδο του νερόμυλου. Αντίστοιχα, στους ευρωπαϊκούς νερόμυλους, που συνήθως ανήκαν στους τοπικούς άρχοντες ή σε εκκλησιαστικά κέντρα, υπάρχει το σχετικό εραλδικό σύμβολο. Το δίκαιο του νερού όριζε αυστηρά τη χρήση του για τη λειτουργία του νερόμυλου, σε συνδυασμό με το πότισμα των καλλιεργειών.

Συντήρηση νερόμυλου
 
Το ζήτημα βεβαίως, δεν είναι να έχει πρώτη ύλη ο μύλος για να λειτουργήσει. Πιο σημαντικό είναι να υπάρχει και ο κατάλληλος άνθρωπος να αναλάβει τη λειτουργία του, να γίνει μυλωνάς. Λέμε να γίνει, γιατί με τη διακοπή της λειτουργίας των νερόμυλων, χάθηκαν και οι μυλωνάδες. Όσοι από αυτούς, που σήμερα λογίζονται ως μυλωνάδες, είναι οι τελευταίοι μιας άλλης τάξης ανθρώπων, αυτών που συνήθως ασχολούνταν με άλλα επαγγέλματα και κατά περιόδους αναλάμβαναν να κινήσουν τον τοπικό μύλο ο οποίος ως συνήθως άνηκε σε κάποια εκκλησία ή και μοναστήρι.
 Ήξερε δεν ήξερε λοιπόν ο άνθρωπος, ανελάμβανε και με τα ποσοστά που έπαιρνε από τα αλεστικά βελτίωνε τη ζωή της οικογένειάς του. Το αλεύρι με το οποίο πληρώνονταν οι μυλωνάδες, σύμφωνα με κάτοικο του χωριού, λεγόταν αξάι. Η μυθολογία που περιέβαλε τους μυλωνάδες, όπως και η πολυπραγμοσύνη τους, έμειναν στην ιστορία κάθε τοπικής κοινωνίας και χαρακτηριστικές φράσεις έχουν ενσωματωθεί στο λεξιλόγιο. Η πολυπραγμοσύνη ήταν ένα απαραίτητο στοιχείο να γίνει κάποιος μυλωνάς γιατί δεν ήταν μόνον η φροντίδα που έπρεπε να δείχνει για το αυλάκι που έφερνε το νερό από το ρέμα στο μύλο, ήταν και οι δεκάδες λειτουργίες που απαιτούσαν την προσοχή του.
 Όλα ξεκινούσαν από το αυλάκι, το οποίο απαιτούσε καθημερινή επιθεώρηση. Ιδιαίτερη φροντίδα ήθελε επίσης και το σημείο που το αυλάκι έπεφτε στη μεγάλη κάναλη. Δεν έπρεπε να είναι ούτε λίγο ούτε πολύ αλλά ακριβώς όσο χρειαζόταν να κινηθεί η φτερωτή.
 Η φτερωτή έθετε σε κίνηση το πάνω μυλολίθι το οποίο γύριζε με ταχύτητα ανάλογη με τη δύναμη του νερού και άλεθε τον καρπό που έριχνε με προσοχή στην ειδικά διαμορφωμένη τρύπα και μετά το άλεσμα, μέσω ενός ειδικού κρουνού κατέληγε σε ένα δοχείο ή σε ένα τσουβάλι. Έτσι λειτουργούσε ο νερόμυλος. Μια λειτουργία εξαιρετικά απλή αλλά παράλληλα και τόσο σύνθετη, μια σειρά από επί μέρους λειτουργίες που κατέληγαν όπως κάθε μηχανή σε ένα σκοπό, το άλεσμα. Αυτό ήταν ο νερόμυλος, μια τεράστια μηχανή. Μια μηχανή που αξιοποιούσε τις γνώσεις του ανθρώπου πάνω στις δυνάμεις της Φυσικής. Η ενέργεια του νερού, η αντοχή των υλικών, η τριβή ήταν τα φαινόμενα εκείνα που υπέτασσε για λογαριασμό του. Μια μηχανή που δεν απαιτούσε τίποτα περισσότερο από τη φροντίδα και τον συνεχή έλεγχο.
 Ο μυλωνάς έπρεπε να ξέρει να επισκευάζει ή να αντικαθιστά συνεχώς τα ξύλινα εξαρτήματα και τα εργαλεία. Το φαινομενικά απλό αυτό σύστημα για να κινηθεί ήθελε δεκάδες ξύλινες σφήνες, καρφιά και σανίδια. Όλα αυτά έπρεπε να τα κατασκευάσει μόνος του και μόνος του να τα τοποθετήσει.
 Την ίδια φροντίδα ήθελαν και τα μυλολίθια. Οι στρογγυλές αυτές πελεκημένες πέτρες ήθελαν ιδιαίτερη προσοχή να μην ανάψουν από την κίνηση. Φροντίδα ήθελεκαι η ροή του νερού. Δεν έπρεπε να πέσει ούτε μια σταγόνα στο άλεσμα γιατί θα καταστρέφονταν.
 Εκτός από τη μηχανή, φροντίδα ήθελε και το κτίριο το οποίο διαρκώς υπέφερε από την υγρασία και τις ρίζες των πλατάνων. Οι μύλοι ήταν συνήθως μικρά πέτρινα η ξύλινα κτίρια σκεπασμένα με πέτρες ή τσίγκους και εκτός από τον κυρίως χώρο όπου λειτουργούσε η μηχανή, δίπλα του ήταν χτισμένα διάφορα κτίρια για την αποθήκευση του καρπού, τη διαμονή των ανθρώπων και τον σταβλισμό των ζώων. Όλα αυτά ήταν στη φροντίδα του μυλωνά και περισσότερο απ' όλα ήταν η φροντίδα της κάναλης, του μεγαλειώδους αυτού ξύλινου σωλήνα που οδηγούσε το νερό στη φτερωτή. Η κάναλη ήταν το πιο λεπτό εξάρτημα του μύλου και ήθελε ιδιαίτερη προσοχή γιατί η επισκευή της απαιτούσε ιδιαίτερο κόστος και πολύ κόπο.

Εργαλεία του Μυλωνά
 Για να λειτουργήσει κανονικά ο μύλος, ο μυλωνάς χρησιμοποιεί και διάφορα εργαλεία. Αυτά είναι απαραίτητα γιατί τον διευκολύνουν να φέρει εις πέρας το έργο του. Κάθε φάση της εργασίας του μύλου και κάθε εξάρτημά του έχει ανάγκη και των ειδικών εργαλείων. Έτσι τα πιο απαραίτητα εργαλεία του είναι τα εξής:
 1. Τα σφυριά: Όταν οι μυλόπετρες δεν αλέθουν καλά το σιτάρι και δεν βγαίνει καλό αλεύρι, τότε με τα σφυριά ο Μυλωνάς τις χαράζει (κάνει χαρακιές, χαραγματιές).
 Όταν χαράζονται οι μυλόπετρες πρέπει οπωσδήποτε η επάνω μυλόπετρα να σηκωθεί από τη θέση της.
 Τότε γίνεται χρήση ειδικού μοχλού, γιατί η μετακίνηση της πέτρας και η επανατοποθέτησή της απαιτεί έμπειρο και ειδικευμένο τεχνίτη, μαζί με αυτά και σωματικές ικανότητες.
 
Σφυριά μπορεί ο μυλωνάς να έχει ένα ή δύο ή και περισσότερα, να τα αντικαθιστά όταν στομώνουν. Διαφέρουν δε από τα κοινά σφυριά, στο ότι κόβουν και από τα δύο μέρη, κοφτερά κοπίδια.
 2. Ο τρίποδας. Μπορεί να είναι πραγματικά με τρία πόδια ξύλινος, η και χαμηλό τραπεζάκι. Επάνω τοποθετούν την πέτρα για να την χαράζουν.
 3. Ο παπάς: Είναι ξύλινο στρογγυλό ξύλο, επάνω στο οποίο τοποθετούν τη μυλόπετρα και κυλώντας το, την μεταφέρουν όπου θέλουν.
 4. Αναγκαία επίσης εργαλεία στο Μυλωνά είναι το φτυάρι, το τσαπί το κλαδευτήρι, η κοσιά κλπ. Όλα αυτά τα χρησιμοποιεί για να καθαρίζει το μυλαύλακο και να τρέχει ανεμπόδιστα το νερό στο μύλο.
 5. Ο μυλωνάς πρέπει να έχει γνώσεις μαραγκού, γι’ αυτό κρατά και μερικά εργαλεία της μαραγκοσύνης όπως πριόνι,- ροκάνι,- σκεπάρνι,- βαριά ξύλινη και σιδερένια και άλλα.Επίσης απαραίτητο εργαλείο του είναι το κωνικό ζύγι, για να ελέγχει το κατακόρυφο του άξονος της μυλόπετρας. Το αλφάδι για την οριζόντια των πετρών και μερικές σφήνες για τους άξονες.
 6. Η σέσουλα ξύλινη τσίγκινη για να μαζεύει το αλεύρι στην αλευροθήκη και να το βάζει στα σακιά.
 7. Η πλάστιγγα για ζύγισμα των καρπών . Παλαιότερα είχαν το καντάρι (στατήρας) που ζυγίζει 44 οκάδες (56κιλα 320γραμμάρια).

Ακόμη παλαιότερα οι μυλωνάδες για δικαίωμα έπαιρναν σε μια βιδούρα (11 οκάδες) , (2-3) κουβελάκια (σέσουλες ανοικονόμητες)!!!!.

Η ζωή του μυλωνά
Ο νερόμυλος είχε συνδεθεί άμεσα με την κοινωνική ζωή κάθε περιοχής, αφού ήταν ο τόπος όπου συγκεντρώνονταν μεγάλος αριθμός ανθρώπων. Συνήθως οι μυλωνάδες ζούσαν μέσα στους μύλους που τους ανήκαν και επικοινωνούσαν όχι μόνο με τους συγχωριανούς τους, αλλά και με κατοίκους κοντινών χωριών. Έτσι η κάθε μέρα από τη ζωή τους, περνούσε μέσα στη φασαρία από τους ανθρώπους, τα ζώα και το μύλο.
 Στο νερόμυλο μαθαίνονταν όλα τα νέα της γύρω περιοχής γι’ αυτό και ο μύλος έμοιαζε με παζάρι και λαϊκό πανηγύρι. Όποιος πήγαινε για άλεσμα αντάλλασσε νέα και σχολίαζε ότι συνέβαινε στην περιοχή. Η επιβεβαίωση για κάθε είδηση γινόταν από το μυλωνά ή την οικογένειά του και από τις φράσεις «το είπε ο τάδε στο μύλο», ή «το άκουσα στο μύλο», έμεινε και η έκφραση «στο μύλο και στο παζάρι».
 Επίκεντρο των συζητήσεων ήταν θέματα οικονομικά, κοινωνικά, θέματα που αφορούσαν τις ασχολίες της τότε εποχής, αλλά και διάφορα κουτσομπολιά. Γι’ αυτό πολλές φορές στο μύλο κλείνονταν συμφωνίες για αγοραπωλησίες και πολλές φορές ακόμη και συνοικέσια. Οι μυλωνάδες αν και φτωχοί, τις περισσότερες φορές έκαναν τραπέζι σε περαστικούς και πελάτες. Το χειμώνα κυρίως ο κρυωμένος κυνηγός και ο διαβάτης θα έβρισκαν φωτιά, ψωμί, ξαποστασιά και λίγη κουβέντα. Και ο μυλωνάς άλλο που δεν ήθελε. Είχε την πόρτα πάντα ανοιχτή. Φασολάδα, τουρσιά, πίτες και λαχανικά από τον κήπο συνοδεύονταν με τσίπουρο και κρασί.
 Οι μυλωνάδες δούλευαν απ’ το πρωί ως το βράδυ και για να ζήσουν κρατούσαν από κάθε φορτίο ένα μέρος, ανάλογα με το βάρος του. Αυτό λεγόταν «ξαγάρι» ή «ξάι».
 Όλα όσα άκουγαν οι μυλωνάδες τα διηγούνταν τις κρύες νύχτες του χειμώνα σε συγχωριανούς τους. Διηγούνταν διάφορα παραμύθια και ιστορίες για ήρωες του ’21. Οι ίδιοι οι μύλοι άλλωστε έγιναν σε ορισμένες περιπτώσεις το επίκεντρο γεγονότων της ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας.
 Οι μυλωνάδες ήταν άνθρωποι θρησκευόμενοι. Στο δωμάτιό τους είχαν πάντα ένα καντήλι, ενώ οι ίδιοι νήστευαν τις ημέρες της Τετάρτης και της Παρασκευής καθώς επίσης τις μεγάλες σαρακοστές και νηστείες των γιορτών. Για τη γιορτή της Υπαπαντής χαρακτηριστικά έλεγαν «όταν κι οι μύλοι αργούν κι οι γάιδαροι σκόλην έχουν».
 Οι πελάτες των νερόμυλων πίστευαν πως οι μυλωνάδες ήταν κλέφτες και υποπτεύονταν πως κρατούσαν περισσότερο αλεστικό δικαίωμα από το κανονικό. Από κει βγήκε και η λαϊκή παροιμία «θεωρία επισκόπου και καρδιά μυλωνά». Το ότι στην απληστία τους δεν υπήρχαν όρια φαίνεται και από την εξής παράδοση. Λέγεται πως οι μυλωνάδες φορούσαν πουκάμισα με μακριά και φαρδιά μανίκια. Και όταν έβαζαν στο σακί το κουβέλι για να πάρουν το δικαίωμά τους (ξαι) το έχωναν τόσο βαθιά, ώστε με κατάλληλο τρόπο να μπει αλεύρι και στο φαρδομάνικο, για να ωφεληθούν περισσότερο.
 Οι μυλωνάδες ήταν συνδεδεμένοι με την καθημερινή και κοινωνική ζωή του χωριού τους. Πολλές παροιμίες, ήθη και έθιμα και διάφορες ιστορίες έχουν γραφτεί γύρω από τους μύλους και τους μυλωνάδες.
 Τέλος οι μυλωνάδες με τον καιρό εξαφανίστηκαν. Η ζωή τους έχει μείνει σήμερα μόνο στις αναμνήσεις και στις διηγήσεις καθώς ελάχιστοι έχουν απομείνει στον ελληνικό χώρο. Οι πλεονέχτες, αχόρταγοι μα πάντα καλόκαρδοι και φιλόξενοι μυλωνάδες, δεν υπάρχουν πια, αλλά εμείς θα θυμόμαστε πάντα τη ζωή τους.
 Ο Μύλος ήταν συνήθως και σπίτι του μυλωνά και αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση. Σε μια γωνιά στο εσωτερικό του περίμεναν οι πελάτες. Εκεί γίνονταν όλες οι συναλλαγές, παράδοση, παραλαβή αλευριού, ζύγισμα και αποθήκευση. Ο μυλωνάς παρελάμβανε το σιτάρι από τους πελάτες, το ζύγιαζε και κρατούσε ένα μέρος του για την αμοιβή του ανάλογα με το τη συμφωνήθηκε. Αυτό το αλεστικό δικάιωμα λεγόταν αξάι καθριζόταν στο 3% έως 10% χωρίς να υπολογίζεται η φύρα, αιτία συχνών διενέξεων μεταξύ πελάτη και μυλωνά. Από το σιτάρι ο Μυλωνάς κάλυπτε της ανάγκες του.                  
 Ο μυλωνάς είχε έντονη κοινωνική ζωή, γιατί ερχόταν σε επαφή με όλους τους κατοίκους των γύρω χωριών. Ο Μύλος ήταν χώρος συναντήσεων, όπου περίμεναν με τις ώρες τη σειρά τους κουβεντιάζοντας. Αποτελούσε τόπο συγκέντρωσης, διάδοσης των νέων και ειδήσεων της περιοχής. Η αυλές των νερόμυλων γέμιζαν από ανθρώπους και φορτωμένα άλογα και μουλάρια. Όταν υπήρχε πολλή πελατεία και δεν προλάβαινε ο μύλος να τα αλέσει όλα την ίδια μέρα, τότε ο μυλωνάς φρόντιζε να φιλοξενήσει τους πελάτες του, γιατί οι αποστάσεις εκείνα τα χρόνια δεν καλύπτονταν εύκολα με τα ζώα. Ο Νερόμυλος διέθετε βοηθητικούς χώρους όπου κοιμούνταν οι άνθρωποι και ένα στάβλο για τα ζώα τους. Συνήθως όμως οι πελάτες άφηναν το άλεσμα και το έπαιρναν άλλη μέρα.
 Η υδατόπτωση έδινε στους νερόμυλους την απαραίτητη δυναμική ενέργεια για την περιστροφή της φτερωτής. Το μικρό πετρόχτηστο, κεραμοσκέπαστο κτίσμα του νερόμυλου, που είχε συνήθως 2 δωματιάκια, βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο μιας πλαγιάς και εκμεταλλευόταν το νερό από το κοντινότερο ρέμα.
 Το νερό συγκεντρωνόταν με την βοήθεια νεροαυλάκων σε μια ή δύο δεξαμενές, τις λεγόμενες στέρνες που ήταν χτιστές από πέτρες και βρίσκονταν σε υψόμετρο αρκετά πιο ψηλά από το μύλο.
 Από τις δεξαμενές το νερό κυλούσε μέσα σε αυλάκι ή υδραύλακο πάνω σε έναν χτιστό με πέτρες τοίχο το οποίο βρισκόταν κάθετα στον μύλο. Στο τέλος, ο τοίχος έφτανε σε ύψους 7-10 μέτρα, ανάλογα με την μορφή του εδάφους, πάνω από το μύλο και το νερό έπεφτε με ορμή σαν καταρράχτη από το επικλινές μέρος του τοίχου, την λεγόμενη χούνη ή και κρεμαστή και μέσα στο βαγένι.
 Στο κάτω μέρος βρισκόταν άνοιγμα περίπου 10 εκ., το σιφούνι. Εκτινάσσοντας από το σιφούνι με μεγάλη πίεση, το νερό κινούσε την φτερωτή, σίδερο στρογγυλό, η οποία μέσω κατακόρυφου άξονα (αδράχτι) και άλλων εξαρτημάτων περιέστριφε με την σειρά της την μυλόπετρα. Η μυλόπετρα τριβόταν πάνω σε μια άλλη σταθερή, στην οποία ο μυλωνάς έβαζε το σιτάρι και το κριθάρι. Τα "γεννήματα" έπεφταν από μια σκάφη με πορτάκι, το λεγόμενο βαρδάρι. Το νερό έβγαινε από το μύλο από ένα τοξωτό άνοιγμα στη βάση του, τη χούρχουλη και έπεφτε στο ρέμα.
 Η αλεστική ικανότητα των νερόμυλων μπορούσε να φτάσει τις 100 οκάδες την ώρα, ανάλογα με την ποσότητα του νερού και το ύψος της κρέμασης του βαγενιού.        

Άδεια άσκησης επαγγέλματος Μυλωνά

   

Πως χρησιμοποιήθηκαν / γιατί υπήρχαν οι νερόμυλοι
Οι νερόμυλοι χτίστηκαν κατά κύριο λόγο στην Ηπειρωτική Ελλάδα και τα μεγάλα νησιά όπου υπήρχε νερό και χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως αλεστικοί δημητριακών / σιτηρών και λιγότερο για το άλεσμα δεψικών υλών χρήσιμων στα βυρσοδεψεία (ταμπακόμυλοι), για την παρασκευή μπαρουτιού (μπαρουτόμυλοι) και κουρασανιού για οικοδομικές εργασίες. Το πιο παλιό επίσημο απογραφικό στοιχείο που διαθέτουμε αναφέρει ότι μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, στα τότε όριά του, βρέθηκαν περίπου 6.000 νερόμυλοι κατά τα τρία τέταρτα κατεστραμμένοι. Από αυτούς σχεδόν οι 5.500 ήταν τούρκικοι και περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο που τους νοίκιαζε σε ιδιώτες. Υπάρχουν επίσης πολλά τουρκικά έγγραφα που αναφέρουν αναλυτικά τους νερόμυλους για είσπραξη φόρων, αλλά για ορισμένες μόνο περιοχές. Γενικά παρατηρείται μία προτίμηση προς τους νερόμυλους για πολλούς λόγους μερικοί από τους οποίους είναι οι εξής
: 
- Η δαπάνη και ο χρόνος κατασκευής του ήταν μικρές.
- Η λειτουργία του δεν ήταν εξαρτημένη από τις καιρικές συνθήκες, ώστε να επηρεάζεται η ποσότητα και η ποιότητα του παραγόμενου αλέσματος.
- Οι ζημιές και οι φθορές του μύλου ήταν ελάχιστες.
-Υπήρχε η ελευθερία κατασκευής κτισμάτων κοντά στο μύλο, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατοικία της οικογένειας του μυλωνά.
- Υπήρχε η αντίληψη ότι σε σύγκριση με τον ανεμόμυλο ο νερόμυλος έκανε καλύτερο αλεύρι.

Γιατί χάθηκαν οι νερόμυλοι
Οι νερόμυλοι με τον πρωτόγονο για την εποχή μας τρόπο λειτουργίας, άλεσαν με αδάπανη στατική ενέργεια τα δημητριακά για πολλούς συνέχεια αιώνες. Η παραγωγή ενέργειας σήμερα, στατικής ή μεταφερόμενης από το νερό και άλλες πηγές, πήρε τεράστιες διαστάσεις. Κατάφερε να γίνει ρυθμιστής της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της ανθρωπότητας. Όποιο ψωμί και αν προτιμούν σήμερα οι άνθρωποι, οι νερόμυλοι σε όλα σχεδόν τα Κράτη, βιομηχανικά και γεωργικά, αποτελούν παρελθόν. Η Ελλάδα δε μπορούσε, ούτε έπρεπε ίσως να περιφρονήσει την επαναστατική αλλαγή. Οι νερόμυλοι ωστόσο πέρασαν μάλλον οριστικά στην ιστορία. Λησμονημένοι, κατεστραμμένοι ή μισοερειπωμένοι δεν ελπίζουν σε ανάσταση. Η μια κάποια κίνηση από το 1980 ν’ αφήσουμε τους πολύστροφους ατσαλοκύλινδρους, γιατί καταστρέφουν τα πολύτιμα συστατικά του σιταριού και να γυρίσουμε στις ολιγόστροφες μυλόπετρες, γιατί αλέθουν το πιο θρεπτικό και πιο υγιεινό αλεύρι, δεν φαίνεται να καρποφορεί. Η σημασία των νερόμυλων για την ανάπτυξη των ορεινών περιοχών σίγουρα δεν είναι ίδια σε κάθε εποχή. Παλιότερα οι νερόμυλοι συνδέονταν άρρηκτα με την καθημερινή ζωή των ορεινών οικισμών. Σήμερα αυτός ο ρόλος έχει μειωθεί. Είναι βέβαιο ότι η ανάδειξη και προβολή των παραδοσιακών νερόμυλων μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό πόλο έλξης των επισκεπτών που θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα αυτή τη σημαντική πτυχή της πολιτισμικής μας κληρονομιάς.

Στην Αρκαδία εκτός από τον νερόμυλο του Νικόλα λειτουργούν ακόμα 20 νερόμυλοι περίπου.
Ο Νερόμυλος Μωρόγιαννη βρίσκεται στο χωριό Κάτω Γιανναίοι του Δήμου Φαλαισίας της Επαρχίας Μεγαλοπόλεως στους πρόποδες του Βόρειου Ταυγέτου.
Είναι λιθόκτιστος, παραδοσιακός υδρόμυλος των αρχών του 19ου αιώνα, ανατολικού τύπου (με οριζόντια φτερωτή) που λειτουργούσε μέχρι το 1973.
Στη Μονή Φιλοσόφου υπάρχουν ακόμα σε καλή κατάσταση υδροκίνητες μονάδες. Είναι έξι στον αριθμό και φιλοξενούνται σε τρία κτίσματα. Κατά μήκος του Ελισσώνα συναντά κανείς μια ολόκληρη σειρά από κτίσματα που μαρτυρούν τον παραδοσιακό τρόπο αξιοποίησης της δύναμης του νερού. 12 νερόμυλοι και 6 νεροτριβές αποκαλύπτουν όχι μόνο τη δύναμη και τη μαστοριά των κατοίκων αλλά και τη δύναμη που είχε τότε η περιοχή, τη ζωή και την παραγωγή της. Ένας ακόμα νερόμυλος είναι ο αλευρόμυλος του Υπαίθριου Μουσείου Υδροκίνησης ο οποίος ανήκει στον τύπο με οριζόντια φτερωτή.
Το  Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης Δημητσάνας ιδρύθηκε απο το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ και λειτουργεί απο το 1997.Πρόκειται για αναστήλωση κτιρίων  με αποκατάσταση του μόνιμου εξοπλισμού τους στην αρχική τους μορφή και λειτουργία. Σε μια έκταση ενός στρέμματος έχουν αναστηλωθεί τα κτίρια ενός νερόμυλου με την συστεγασμένη νεροτριβή, ενός βυρσοδεψείου με την κατοικία του βυρσοδέψη και ενός μπαρουτόμυλου. Οι μόνιμοι εξοπλισμοί τους έχουν αποκατασταθεί στην αρχική τους μορφή και λειτουργία. Όλα τα προβιομηχανικά αυτά εργαστήρια στήριζαν τη λειτουργία τους στη χρήση του νερού. Κάθε ένα από τα αποκαταστημένα κτίρια των παλιών παραδοσιακών εργαστηρίων έχει μια μόνιμη έκθεση με θεματικό περιεχόμενο σχετικό με το εργαστήριο στο οποίο στεγάζεται.
Στην περιοχή της Δημητσάνας στο χωριό Καρκαλού, υπάρχει νερόμυλος που λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Μυλωνάς είναι ο κύριος Πέτρος Κρατημένος
.

Ο μυλωνάς πέρασε στην παράδοση του τόπου μας, με πολλά τραγούδια, παροιμίες και παραμύθια. Αλλά και με χαρακτηρισμούς και προκαταλήψεις σχετικά με τη συμπεριφορά του στο μύλο.
Παροιμίες
- Όποιος έχει μύλους και μελίσσια, κοιμάται ως το γιόμα. (Από Αγόριανη Παρνασσού).
- Όποιος εις τον μύλο μπαίνει, πάντα αλευρωμένος βγαίνει. (Από Κύπρος , Νίσυρος).
- Όπου κι αν πάει το στάρι στο μύλο γυρίζει (ή από το μύλο θα περάσει). (Κρήτη , Σκύρος ,Κεφαλληνία ,Πάτρα ,Θράκη κ.α.)
- Με κουβαλητό νερό μύλος δεν γυρίζει. (Μέτρες Θράκης) και Ο μύλος χωρίς νερό δεν αλέθει μας δείχνει ότι όπως ο μύλος, για να αλέσει χρειάζεται το νερό, έτσι κι ο άνθρωπος για να πετύχει σε μια δουλειά χρειάζεται την βοήθεια των άλλων σε συνδυασμό με τις δικές του γνώσεις. (Από Στερεά Ελλάδα).
- Όποιος πάει πρώτος στο μύλο εκείνος αλέθει. (Από Κύπρο)
- Όποιος φυλάει το μύλο(δηλ. όποιος πιάνει σειρά) αλέθει. (Από Πάτρα)
- Όποιος έχει φίλο μυλωνά, από χαραγής (αμέσως μετά τη χάραξη της μυλόπετρας) αλέθει μας δείχνει, ότι δεν πρέπει να έχει κανείς , ούτε οι φίλοι του, εμπιστοσύνη στο μυλωνά για την ποιότητα του αλευριού που θα τους φτιάξει.
- Από χαραγής ο μύλος .(Από Ιθάκη) ή Ο μύλος είναι από χαραγή (Από Πάτρα) εδώ ο μυλωνάς με τη δικαιολογία υπάρξεως θρυμμάτων της μυλόπετρας από τη χάραξή της, αρνούνταν να αλέσει, για να μη χαλάσει την ποιότητα του πρώτου μετά την χάραξη αλευριού.
- Καθανείς με τον καημό του κι ο μυλωνάς με το νερό του. (Από Αγιασο).
- Ο μυλωνάς και τα γένια του να τινάξει, την έφκιασε την κουλούρα. (Από Στερεά Ελλάδα).
- Εσκασαν τα παιδιά του μυλωνά για νερό. (Από Ιθάκη).
- Όλο εσύ στο μύλο, καλά σ’ έκανε κι ο μυλωνάς…. (Από Κόνιτσα Κατσανοχώρια)
- Στον πάτο (τέλος) παίρνει ο μυλωνάς το ξάι. (Από Μήλο)
- Το μύλο αλλάζεις μα τον μυλωνά δεν τον αλλάζεις (Από Μήλο)
- Η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες. (Πανελλήνια)
- Όλοι κλαιν τον πόνο τους κι ο μυλωνάς το αυλάκ. (Από Θεσπρωτία, Στερεά Ελλάδα).
- Σαν την κότα στην ντριστέλα
- Μην πας στο μύλο να μην ακούς μαντάνια.
- Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε λέγεται για τους απολίτιστους ανθρώπους που ρημάζουν τα πάντα όπου πηγαίνουν και στο τέλος αρνούνται να πληρώσουν αυτά που πρέπει.
- Γίνεται μύλος. Λέγεται όταν σε ένα μέρος χαλάει ο κόσμος από τη φοβερή φασαρία, σαν το θόρυβο του μύλου από το γύρισμα της μυλόπετρας ,τον κρότο του νερού, τις συζητήσεις των πελατών και το αδιάκοπο χτύπο του βαρδαριού.
- Άμα δε θες να ακούς βαρδάρια στο μύλο να μην πας Λέγεται για τον άνθρωπο που ενοχλείται από διάφορα πράγματα και τα οποία πρέπει να αποφεύγει.
- Θεωρία επισκόπου και καρδιά μυλωνά .Λέγεται για τους ανθρώπους που στην εμφάνιση είναι καλοί αλλά κατά βάθος κακοί.
- Όποιος αέρας κι αν φυσά ο μύλος πάντα αλέθει. Λέγεται για τους ισχυρούς και επιτηδείους ανθρώπους που αποκομίζουν κέρδη και οφέλη με οποιοδήποτε συνθήκες
- Όπου κι αμ’ που στο μύλο σκονταμένος. Λέγεται για τους ανθρώπους που τους βρήκε μια κακοτυχία , μια κακή ώρα.
- Τα βάσανά μου είναι πολλά, κι ο μύλος δεν τ’ αλέθει. Λέγεται για τους πολυβασανισμένους και πολύπαθους ανθρώπους.
- Σαν την κάτω πέτρα του μύλου. Λέγεται για τους ακαμάτηδες και οκνηρούς.
- Περιμένατς ορθογραφία απ’ της μυλωνούς …, Όταν η αξία ενός ανθρώπου είναι ανάλογη με τις πράξεις του.
- Έβαλε το νερό στ’ αυλάκι. Λέγεται για εκείνους τους ανθρώπους, που έβαλαν στη ζωή τους κάποια τάξη, σειρά και βρήκαν κάποια αποκατάσταση.
- Πάει το στόμα του σαν βαρδάρ’. Λέγεται για κείνους που συνεχώς ομιλούν και ασταμάτητα φλυαρούν όπως ακούγεται το βαρδάρ’ να χτυπάει πάνω στην μυλόπετρα.
- Δίχως νερό ο μύλος δεν αλέθει όταν χωρίς τα αναγκαία μέσα δεν μπορούμε να πετύχουμε τίποτα.
- Μεταφορική έννοια έχουν μερικές παροιμιώδεις φράσεις, όπως τα σαγόνια να μασούν και το στομάχι να αφομοιώνει τις τροφές.
- Αλέθει ο μύλος του, δηλ. τρώγει και χωνεύει εύκολα.
- Ο καλός ο μύλος ό,τι βρίσκει αλέθει αυτό λέγεται όταν το στομάχι είναι γερό.
- Ο καλός ο μύθος και λιθάρια αλέθει αυτό λέγεται για τα γερά στομάχια.
- Αλέθ’ ο μύλος τ’ δηλαδή όταν οι παρήλικες μασούν την τροφή τους και τη χωνεύουν καλά.
- Όποιος δε θέλει να πάει στο μύλο μια βδομάδα κοσκινάει. Γι αυτούς που βρίσκουν προφάσεις και συνεχώς αναβάλλουν.
- Στο μύλο όταν μπαίνεις καταπασπαλωμένος βγαίνεις. Όταν ο άνθρωπος αναμειγνύεται σε ύποπτες υποθέσεις.
- Στο μύλο και στο παζάρ’ όταν το μυστικό φτάσει στο μύλο και στο παζάρι δεν είναι πλέον μυστικό.
- Μέρα νύχτα δουλεύει ο μύλος. Λέγεται για τους ανθρώπους που η θέληση για εργασία και η αντοχή τους είναι ακατάσχετη.
- Πώς πέρασες; Σαν (γ)κότα στο μύλο. Για τον άνθρωπο που καλοπερνά κάπου, όπως η κότα βρίσκει άφθονη τροφή από τ’ αλέσματα του μύλου.
- Σα (γ)κότα στη ντριστέλλα (νεροτριβή), που έχει αντίθετη έννοια, δηλ. τη κακοπέραση, γιατί στη νεροτριβή δεν υπάρχουν αλέσματα.
- Σαν το γουρούνι του μυλωνά
‘σαν το ποντίκι του μυλωνά δηλ. αυτά, κοντά στο μύλο καλοπερνούν.
- Σκάσαν τα παιδιά του μυλωνά για νερό για ανθρώπους που έχουν όλα τα μέσα πώς είναι δυνατόν να πάθουν τίποτα.
- Μυλωνάς δεν είχ’ αλέσματα κάθ΄νταν και φύλαγε το μύλο. Λέγεται για τους αργόσχολους.
- Είναι φτηνός στ’ αλεύρι και ακριβός στα πίτουρα. Για ανθρώπους που η εκτίμηση μιας υπόθεσης, πράξης δεν είναι ακριβής και σωστή.

 Γύρνα, φτερωτή του μύλου,
να περάσει το νερό˙
μέριασε, θολό
ποτάμι,
να’ρθει το συμπεθεριό

Έβγα στ’ άσπρο μου μπαλκόνι,
Φεγγαράκι μου χρυσό

Τραγουδάνε τα νιoγάμπρια
Και περνάη τον ποταμό˙
Λάμπει στο χορτάρι η πάχνη,
Φτάνει το συμπεθεριό

Μέλι θα γιομίσει τώρα
Κάθε μύγδαλο πικρό

Γύρνα φτερωτή
του μύλου
Να περάσει το νερό˙
απ’ τον ποταμόπου λάμπει
φθάνει το συμπεθεριό

Έβγα στ’ άσπρο σου μπαλκόνι
Φεγγαράκι μου χρυσό

«Έγινα ένας νερόμυλος, που γυρίζει και σε γεύεται, όσο τα νερά κινούνται» (Rumi)

 

 

  

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

            􀂃 Ανδρέας Χρυσ. Βορύλλας, Κέρτεζη: βιοτεχνίες σύνεργα και εργαλεία των εποχών που έφυγαν, Αθήνα 1999

            􀂃 Ελληνικοί Νερόμυλοι, Εφημ. "Η Καθημερινή", Επτα Ημέρες, 15/10/2000.

            􀂃 «Ιστορία της Νεοελληνικής τεχνολογίας», Εκδ. Κοινωφελές Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Νομαρχία Αχαΐας, Πάτρα 1988.

            􀂃 Νομικός Σ., Η υδροκίνηση στην προβιομηχανική Ελλάδα, ΕΤΒΑ, 1997

            􀂃 Λούκους Λ., Νερόμυλοι: μελέτη ιστορική και λαογραφική, Εκδ. Εκδοτικό Τυπογραφείο Πατρών, Πάτρα 1985.

 

 
 

Αρχική  |  Νερόμυλος  |  Αγία Θεοδώρα  |  Πως θα έρθετε  |  Φωτογραφίες  Site map  Επικοινωνία